Με βήματα αργά, μοναχικά και αδιάφορα για τις κινήσεις των ανθρώπων που περνούσαν δίπλα του, διέσχιζε τους φωτεινούς δρόμους της πόλης. Η γιορτινή μουσική που κατέφθανε στα αυτιά του, μέσω των ηχείων που είχαν στήσει τα διάφορα καταστήματα, του φαινόταν τώρα εξαιρετικά θορυβώδης και ενοχλητική. Αυτός ούτε πλαστικές σακούλες κράταγε στα χέρια, ούτε αγχωνόταν να προλάβει να ψωνίσει για την υποδοχή του νέου χρόνου, ούτε μπορούσε στο ελάχιστο να μοιραστεί με κανένα αυτή την εποχιακή χαρά, την εγκλωβισμένη στα πλαίσια μιας παράδοσης.
Δεν είχε βγει βόλτα για να αισθανθεί την αύρα αυτού του πανηγυριού, που έκανε τους ανθρώπους για λίγο να εξαγνίζονται και να δραπετεύουν από την καθημερινότητα τους. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά. Μονάχα την ώρα του ήθελε να περάσει. Περίμενε πως και πώς να βραδιάσει και οι δείχτες του ρολογιού να υποδείξουν τον προκαθορισμένο χρόνο που ο ίδιος είχε ορίσει στον εαυτό του. Και εκείνη τη στιγμή τη μαγική, αυτός να βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο, το αγαπημένο του. Και ύστερα όλα να τελειώσουν έτσι, όπως ο ίδιος ήθελε.
Έδεσε το κασκόλ του πιο σφιχτά ακόμα στο λαιμό του. Ήταν μια κρύα μέρα η σημερινή. Ίσως και να χιόνιζε αργότερα. Μια χιονισμένη παραμονή Πρωτοχρονιάς είναι βέβαια το όνειρο κάθε παιδιού. Αλλά και για τον ίδιο μια χαρά θα ήταν. Ένας τέτοιος καιρός θα πρόσθετε αναμφιβόλως κάτι πιο ειδυλλιακό και μυστηριώδες σε αυτό που ετοίμαζε. Ναι, σίγουρα θα ήθελε αν γινόταν να χιονίσει σήμερα, αν ήταν δυνατό να χιονίζει και απόψε το βράδυ. Κι αν κάθε παιδί πρόσμενε με αγωνία τον Άι –Βασίλη τυλιγμένο με άσπρες νιφάδες πάνω από τα κόκκινα ρούχα του, είχε και αυτός τη δική του προσμονή για σήμερα. Ακριβώς την ίδια ώρα με τα παιδιά. Α, βέβαια τελικά μακάρι να χιόνιζε σήμερα. Έτσι για να συμπλέει το τοπίο γύρω με όλα αυτά που έκρυβε στην καρδιά του.
Τώρα βέβαια δεν ήξερε που ακριβώς πήγαινε. Απλά βάδιζε με κατεύθυνση προς το πουθενά. Εξ άλλου κάπως έπρεπε να περάσει την ώρα του μέχρι το βράδυ. Και να περίμενε απλά κλεισμένος μέσα στη μικρή γκαρσονιέρα του δεν του άρεσε καθόλου σαν σκέψη. Όσο και αν τον ενοχλούσε όλο αυτό το ανθρωπομάνι κατά βάθος δεν μπορούσε να μείνει και πολύ μακριά του. Όχι, ότι ήθελε και πολλά- πολλά με κανένα. Ούτως ή άλλως ποτέ δε μίλαγε πολύ. Απλά του άρεσε περισσότερο να τους οσμίζεται. Όχι φυσικά τους ίδιους. Τα χνώτα, τις αναπνοές και τα λόγια τους που θύμιζαν μια φυσιολογική ζωή. Μια ζωή που ποτέ δεν είχε. Και αυτός να βρίσκεται εκεί τριγύρω τους αλλά ποτέ τόσο κοντά τους ώστε να τον προσέξουν.
Οι γονείς περπατούσαν κρατώντας τα παιδιά τους σφιχτά από το ένα χέρι και από το άλλο πλαστικές σακούλες με ψώνια. Ζευγάρια πιασμένα αγκαλιά φρέναραν απότομα μπροστά στις βιτρίνες και έτσι παραλίγο να πέσει πάνω τους δυο-τρεις φορές. Παρέες μεγαλύτερες αγοριών και κοριτσιών έκαναν πλάκα μεταξύ τους, γελώντας δυνατά. Και άλλα παιδιά τριγυρνούσαν με τα μικρά τρίγωνα τους στο χέρι, από μαγαζί σε μαγαζί και από σπίτι σε σπίτι με σκοπό να πουν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Εκείνος απλά συνέχιζε να προχωρά. Μέχρι που ένιωσε λίγο κουρασμένος. Δεν ήξερε γιατί, δεν ήξερε από τι. Ίσως το να έπινε ένα καφέ θα του έκανε καλό. Ναι ένας καφές θα ήταν ότι έπρεπε τώρα.
Το μικρό γωνιακό καφενείο θύμιζε άλλες εποχές. Που είχε βρεθεί μπροστά του τώρα; Ποτέ μέχρι σήμερα δεν το είχε προσέξει και ας είχε διασχίσει αυτό το δρόμο χιλιάδες φορές μέχρι τώρα. Ξύλινο πάτωμα, ξύλινα τραπεζάκια και μία παλιά φθαρμένη σκούρα ταπετσαρία να αγκαλιάζει τους τοίχους του παλιού μαγαζιού. Πέντε, έξι κάδρα με φωτογραφίες από σημεία της πόλης πριν πολλά χρόνια, συμπλήρωναν τη διακόσμηση. Και ένας μικρός ξύλινος πάγκος στα πλάγια πίσω από τον οποίο βρισκόταν ο μαγαζάτορας ανάμεσα από μπουκάλια με ποτά και μπρίκια για καφέ. Ήταν πολύ όμορφο μες την απλότητα του. Άξαφνα ένιωσε τόσο οικεία εκεί μέσα.
Στα περισσότερα από τα τραπέζια, που δεν ήταν πάνω από δέκα, καθόταν μεσήλικοι άντρες. Κάποιοι από αυτούς έπαιζαν χαρτιά, άλλοι έπιναν το καφεδάκι τους και κάποιοι άλλοι είχαν ξεκινήσει από τώρα την οινοποσία. Οι τελευταίοι έκαναν τον περισσότερο θόρυβο μες το μαγαζί, συζητώντας μεταξύ τους τόσο δυνατά, ώστε στην αρχή νόμισε πως τσακωνόταν. Κι όμως όπως διαπίστωσε αργότερα δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Απλά διασκέδαζαν ανταλλάσσοντας μεταξύ τους πειράγματα και διάφορα σόκιν ανέκδοτα.
Έκατσε στο τελευταίο τραπέζι στο βάθος. Από παιδί επιζητούσε αυτή τη γλυκεία απομόνωση. Δεν μπορούσε ποτέ να βρίσκεται στο επίκεντρο καμίας παρέας. Ένιωθε μια παράξενη φθορά, όταν έμενε για πολύ ώρα σε μία μεγάλη συντροφιά. Όχι, πως δεν διασκέδαζε ή βαριόταν, απλά κάποια στιγμή ένιωθε σαν ψάρι έξω από το νερό. Ίσως και να ‘φταιγε η εμμονή που τον κατέτρεχε, ότι αυτός δεν μπορούσε να ταιριάξει πουθενά. Πίστευε πως ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που ο καθένας θα χαρακτήριζε ως αδιάφορους. Και όλο αυτό το εσωτερικό συναίσθημα τον έκανε να «πνίγεται» όταν βρισκόταν με πολύ κόσμο. Ύστερα, βιαζόταν να επιστρέψει στη μοναξιά του για να ηρεμήσει. Τη μοναξιά του. την ένιωθε σαν μία καταπιεστική μάνα, που κατά βάθος σε πιέζει επειδή σε αγαπά, για να σε προφυλάξει. Έτσι και αυτός, όσο και αν εκείνη τον πίεζε εν τέλει την αγαπούσε. Και το ‘χε αποδεχτεί.
Έβγαλε από την τσέπη του σακακιού το σημείωμα που είχε γράψει εδώ και αρκετές μέρες. Το έβγαλε φοβισμένα και επιφυλακτικά, όπως βγάζει ο αδιάβαστος μαθητής τις σημειώσεις για να αντιγράψει στο διαγώνισμα. Ξεκίνησε να το διαβάζει ξανά αν και το είχε κάνει ήδη αρκετές φορές μέχρι τώρα. Απλά ήθελε να επιβεβαιώσει πως το γράμμα ήταν πλήρες. Και πως δεν είχε ξεχάσει να αναφέρει τίποτα από όλα αυτά που ήθελε. Έξαλλου αυτές εδώ οι γραμμές θα αποτελούσαν την τελευταία του επικοινωνία με τον κόσμο. Δε θα μπορούσαν να είναι ούτε προχειρογραμμένες ούτε στο ελάχιστο ελλιπείς
- Καλημέρα και χρόνια πολλά.
Η φωνή που ακούστηκε από πάνω του αρχικά τον τρόμαξε. Απορροφημένος καθώς ήταν με την ανάγνωση δεν αντιλήφθηκε τον μαγαζάτορα που στεκόταν τώρα χαμογελαστός πάνω από το τραπέζι του. Ήταν ένας εύσωμος άντρας κοντά στα εξήντα, με ένα πολύ μεγάλο πρόσωπο στο οποίο δέσποζε ένα κατάλευκο μουστάκι. Καθώς χαμογελούσε το πρόσωπο του μεγάλωνε ακόμα περισσότερο, με τα κατακόκκινα μάγουλα του να φουσκώνουν έντονα. Ένιωσε σαν να τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω να εγκληματεί και προσπάθησε αγχωμένος να ξαναβάλει το σημείωμα στην τσέπη του.
- Συγνώμη, συνέχισε ο μαγαζάτορας που φάνηκε πως κατάλαβε την αμηχανία του, δεν ήθελα να σας τρομάξω απλά ήρθα να σας ρωτήσω τι θα πάρετε.
Αφού παράγγειλε τον καφέ που ήθελε, έβγαλε από την ίδια τσέπη του σακακιού του που βρισκόταν το σημείωμα, ένα πακέτο τσιγάρα και άναψε ένα τραβώντας μία βαθιά γεμάτη τζούρα. Περιεργαζόταν τους πελάτες τριγύρω. Και αυτοί είχαν έρθει σε αυτό το καφενεδάκι προκειμένου να περάσουν την ώρα τους. Μόνο που εκείνοι μετά από δω θα πήγαιναν στα σπίτια τους να ξεκουραστούν και να περιμένουν να αλλάξουν και αυτό το χρόνο μαζί με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Μόνο που και εκείνος περίμενε να αλλάξει με διαφορετικό τρόπο τούτη τη χρονιά. Έτσι το ‘χε σχεδιάσει. Έτσι του άρεσε κιόλας. Ταυτόχρονα με μια αλλαγή που γιόρταζε ο κόσμος, ταυτόχρονα θα έκανε πράξη τη δική του φυγή που θα γιόρταζε ο ίδιος. Αποκλειστικά.
Ο καφές ήταν ζεστός και του έκαψε στην αρχή κάπως τη γλώσσα με αποτέλεσμα να τη μουδιάσει για λίγο. Στη συνέχεια ένιωσε όμως να τον απολαμβάνει. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και αισθάνθηκε να χαλαρώνει. Αυτό το μαγαζί μαζί με τη φθαρμένη ταπετσαρία του, το περιέβαλε ταυτόχρονα και μία παράξενη θαλπωρή. Η μουσική υπόκρουση περιλάμβανε διάφορα παλιά λαϊκά τραγούδια. Τα ίδια τραγούδια που συνέλλεγε κάποτε μανιωδώς ο πατέρας του, σε εκείνους τους δίσκους βινυλίου. Αχ, ο πατέρας του! Πόσο τον λάτρευε, πόσο τον θαύμαζε αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως και αν ζούσε ακόμα, να είχε τραβήξει και εκείνος ένα διαφορετικό, καλύτερο δρόμο. Αλλά ήρθε να τον χτυπήσει εκείνη η παλιοαρρώστια και να τον πάρει μακριά. Εκείνος δεκαπέντε χρονών ήταν μόνο τότε. Και ύστερα μετά από τρία χρόνια η μάνα του. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι απόμεινε πιο μόνος από όσο ήταν, πιο μόνος από όσο ένιωθε. Κι ίσως για να ξεσπάσει, ίσως για να μη θυμάται πέταξε μετά όλους αυτούς τους δίσκους. Μα ούτε ξέσπασε, ούτε ξέχασε.
- Αυτό, είναι από τους κυρίους.
Ο μαγαζάτορας επανήλθε αυτή τη φορά για να του διακόψει απότομα τις σκέψεις που είχαν μπλεχτεί με τις αναμνήσεις του. Στεκόταν ξανά από πάνω του, φορώντας το ίδιο μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο του. Αλλά τώρα κρατούσε ένα γεμάτο καραφάκι με ένα διαφανές υγρό στο ένα του χέρι και ένα μικρό ποτηράκι στο άλλο. Καθώς συνήλθε από την απότομη εμφάνιση του μαγαζάτορα, τον διαδέχτηκε τώρα η έκπληξη.
- Τι είναι αυτό;
- Μα, τσίπουρο το κερνάνε εδώ τα παιδιά, και του έδειξε το τραπέζι στο οποίο καθόταν η παρέα που γέμιζε με τις φωνές της το μαγαζί.
- Ναι αλλά, γιατί;
- Α, είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τι μόνο με καφέ θα τη βγάλετε; Πρέπει να το βρέξουμε και λιγάκι!
Η αφοπλιστική απάντηση του μαγαζάτορα δεν του άφησε και πολλά περιθώρια για άλλες ερωτήσεις. Ούτε χρειαζόταν εξάλλου. Απλά του προξένησε τρομερή εντύπωση το αναπάντεχο κέρασμα. Είχε μάθει όλα αυτά τα χρόνια να περνά απαρατήρητος. Τώρα όχι απλά κάποιοι αισθάνθηκαν την παρουσία του, αλλά αποφάσισαν να τον κεράσουν κιόλας. Ένιωσε άξαφνα πολύ χαρούμενος.
Γέμισε το μικρό ποτηράκι, το σήκωσε ψηλά προς το μέρος της άλλης παρέας και τους ευχαρίστησε. Εκείνοι ανταποκρίθηκαν αμέσως, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν του άρεσε ιδιαίτερα το αλκοόλ, όπως γενικά δεν υπήρχε τίποτα που να του αρέσει ιδιαίτερα, αλλά αυτή τη φορά, η γεύση του συγκεκριμένου ποτού ένιωσε να τον ικανοποιεί , ένιωσε να τον γεμίζει. Άρχισε να πίνει γουλιά- γουλιά σαν διψασμένος ταξιδιώτης στην έρημο, που βρήκε μπροστά του μια όαση με καθάριο νερό.
- Κύριος, φώναξε προς το μέρος του κάποιος από την απέναντι παρέα, δεν έρχεστε να κάτσετε μαζί μας; Αμαρτία να κάθεστε μόνος σας τέτοια μέρα.
Οι υπόλοιποι της συντροφιάς συμφώνησαν και επικρότησαν την πρόταση του άλλου, με φωνές και χειρονομίες. Εκείνος τα έχασε. Η απροσδόκητη πρόσκληση για συντροφιά τον έκανε να παγώσει. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο, χρόνια είχε να δεχτεί οποιαδήποτε πρόσκληση. Φίλους δεν είχε πλέον. Ίσως για το λόγο που ο ίδιος πίστευε, πως ήταν δηλαδή ένας αδιάφορος άνθρωπος. Ίσως γιατί τελικά ο ίδιος είχε καταφέρει να διακόψει όλους τους συναισθηματικούς του δεσμούς με την εσωστρέφεια του. Τι σημασία είχε πια; Έτσι και αλλιώς τα μεσάνυχτα θα αποχεραιτούσε τα πάντα. Μα, μέχρι τα μεσάνυχτα είχε μπροστά του αρκετές ώρες ακόμα. Και αυτοί εδώ οι άνθρωποι τον καλούσαν να περάσει μαζί τους κάποιες από αυτές. Παράξενα πράγματα που συνέβαιναν σήμερα!
Δίχως να το πολύ-καταλάβει βρέθηκε ανάμεσα τους. Εκείνοι τον καλοδέχτηκαν και αφού έγιναν οι απαραίτητες μεταξύ τους συστάσεις, σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει μέλος της παρέας. Ούτε πολλές ερωτήσεις του έκαναν για το ποιος ήταν, ούτε εκείνος για αυτούς. Απλά συμμετείχε στη συντροφιά λες και είχε ξανακάτσει και τα είχε ξαναπιει μαζί τους. Σαν παλιούς φίλους που έχεις να τους δεις καιρό αλλά τίποτα δεν έχει αλλάξει ανάμεσα σας. Και μέσω αυτής της ψευδαίσθησης άρχισε να απελευθερώνεται τελικά.
Και ενώ οι σειρές με τα τσίπουρα που κατέφθαναν στο τραπέζι, όλο και πολλαπλασιαζόταν και ενώ τα διάφορα αστεία έδιναν και έπαιρναν, και ενώ και εκείνος συμμετείχε σε όλα τούτα, στη συνέχεια ο μαγαζάτορας αύξησε και άλλο την ένταση της μουσικής και ήρθε να κάτσει και αυτός μαζί τους. Μέσα στη ζάλη του αλκοόλ που λειτουργούσε σαν καταπραϋντικό και βάλσαμο, ήρθε να προστεθεί το τραγούδι για να τους λυτρώσει. Και έτσι άρχισαν να τραγουδούν όλοι μαζί εκείνα τα παλιά λαϊκά τραγούδια, που είχαν ζωντανέψει μπροστά του, τους ήχους του πατέρα του. Και τραγουδούσαν τόσο δυνατά τον πόνο της αγάπης, της ξενιτιάς, του χωρισμού, της μοναξιάς μαζί με τον ερμηνευτή που η φωνή του έβγαινε κάπου πίσω από τον ξύλινο πάγκο του μικρού καφενείου, ώστε οι περαστικοί που περνούσαν απ’ έξω έγερναν το κεφάλι τους προς τη τζαμαρία του μαγαζιού για να δουν τι παράξενο γλέντι είχε στηθεί εδώ μέσα.
Και εκείνος τραγουδούσε μαζί τους τόσο δυνατά σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει στον εαυτό του πως ακόμα είχε φωνή. Έκλεινε τα μάτια, του ερχόταν στο νου η εικόνα του πατέρα του να χαμογελά, υγραινόταν για λίγο το βλέμμα του και ύστερα συνέχιζε το τραγούδι με μεγαλύτερο ακόμα πάθος. Γέμιζε το ποτήρι του και έπινε, δίχως να νιώθει πια το κάψιμο του ποτού στο στόμα. Τσούγκριζαν τα ποτήρια τους μεταξύ τους για το καλό, με τόση δύναμη που νόμιζες θα σπάσουν. Λες και έτσι χτυπούσε και ξόρκιζε ο καθένας τους, τον προσωπικό του πόνο. Και ο μαγαζάτορας με τα κόκκινα μάγουλα, που όλο και κοκκίνιζαν περισσότερο, έπινε δυο γουλιές, τραγουδούσε για λίγο και ύστερα σηκωνόταν για να φέρει ξανά άλλη μια σειρά από τα ίδια.
Ξαφνικά ένας από την ομήγυρη, ένας ψηλός κατσαρομάλλης με αρκετά γένια κοίταξε προς τα έξω και το πρόσωπο του φωτίστηκε απότομα. Ύστερα σηκώθηκε από την καρέκλα, άνοιξε την πόρτα του καφενείου, βγήκε έξω για δύο δευτερόλεπτα και επέστρεψε ξανά με ένα τεράστιο ενθουσιασμό μαζί του.
- Παιδιά δεν το πιστεύω χιονίζει, φώναξε.
- Απίστευτο συμπλήρωσε, ένας άλλος, που έδειχνε ηλικιακά ο μεγαλύτερος της παρέας, μιας και τα μαλλιά του τον είχαν εγκαταλείψει, δε θυμάμαι ποτέ να έχει χιονίσει ποτέ παραμονή Πρωτοχρονιάς σε αυτή την πόλη.
- Άντε στην υγειά μας! Καλή χρονιά να έχουμε.
Το να βλέπεις μεσήλικες άντρες, να απολαμβάνουν την παρουσία του χιονιού σαν σχολιαρόπαιδα, είναι σίγουρα ένα παράξενο θέαμα. Ίσως έφταιγε η κατανάλωση του αλκοόλ, ίσως η ξεγνοιασιά που τους διέκρινε αυτές τις στιγμές, ίσως η νοσταλγία για την παιδική ηλικία που μπορεί να σε κυνηγά κάτι τέτοιες μέρες. Πάντως όλη η παρέα αναθάρρησε ακόμα περισσότερο σαν είδε τις κατάλευκες νιφάδες να προσγειώνονται στο δρόμο έξω. Σα να τους τη χρώσταγε η ζωή από τα νιάτα τους μία χιονισμένη Πρωτοχρονιά και τώρα ξεπλήρωνε τις οφειλές της.
Κάποιοι έμειναν για λίγο να χαζεύουν προς τα έξω τούτο το καιρικό φαινόμενο, δίχως να πολυμιλάνε, σαν να μη μπορούσαν ακόμα να το συνειδητοποιήσουν. Και άλλοι όπως ο ψηλός με τα γένια που διαπίστωσε πρώτος πως χιονίζει, μαζί με τον φαλακρό που έδειχνε και ο μεγαλύτερος, βγήκαν οι δυο τους έξω εκτοξεύοντας χιονόμπαλες ο ένας στον άλλον με περίσσια χαρά. Εκείνος δε σάλεψε, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο και παρατηρούσε προς το δρόμο μαζί με τους υπόλοιπους. Και αυτή τη φορά δεν ένιωθε ξένος μες ξένους, δεν ένιωθε αταίριαστος μα μοιραζόταν και εκείνος τα δική τους χαρά, απλά με το δικό του τρόπο. Ίσως και να αισθανόταν τόσο οικεία γιατί κανείς από τους άλλους δεν τον ρώτησε τι κάνει στη ζωή του, που δουλεύει, πόσα λεφτά βγάζει, γιατί είναι ανύπαντρος και όλες αυτές οι ερωτήσεις που τον έκαναν να νιώθει τόσο άβολα. Απλά μοιραζόταν όλοι μαζί τη γιορτή τούτης της μέρας. Τίποτα παραπάνω.
Όταν επέστρεψαν οι επίδοξοι μονομάχοι του χιονιού το γλέντι συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ακόμα. Τα τραγούδια τα διαδέχθηκε ο χορός και άρχισαν να συμμετέχουν και οι υπόλοιποι πελάτες που έμεναν άπραγοι μέχρι τότε. Δίχως πολλά- πολλά λόγια, άνθρωποι διαφορετικοί και άγνωστοι μεταξύ τους είχαν έρθει κοντά, είχαν ανοίξει τις καρδιές τους και είχαν αφήσει τα προσχήματα και την αποξένωση να θαφτούν έξω στο χιόνι που συνεχώς δυνάμωνε. Μα μέσα εκεί στο μικρό καφενείο, ήταν ακόμα πολύ ζεστά. Και τούτη η πλημμύρα συναισθημάτων, τούτη η θαλπωρή, που ξέφευγε από τα όρια του ανθρώπινου φόβου για την διαφύλαξη της προσωπικής εικόνας, ήταν τόσο αληθινή που ανέβαζε αυτομάτως τη θερμοκρασία στο μικρό μαγαζί.
Εκείνος δε δίστασε λοιπόν να είναι υπαρκτό και ουσιώδες μέλος μιας τέτοιας διασκέδασης για πρώτη φορά στη ζωή του. Και αφού τραγούδησε και χόρεψε, ξέχασε για λίγο τον αποψινό σκοπό του, που είχε οργανώσει εδώ και τόσο καιρό. Ξέχασε για λίγο το σημείωνα που κουβαλούσε στο σακάκι του και τα λόγια που έκρυβε εκεί μέσα. Ξέχασε για λίγο πως αυτό που θα πραγματοποιούσε απόψε το βράδυ, αποτελούσε για κείνον μια αναγκαιότητα που είχε αναβάλει αρκετές φορές λόγω της δειλίας του. Και ξέχασε πως γι’ αυτό ακριβώς είχε οριοθετήσει χρονικά τη φυγή του. Για να μη μπορεί να την αναβάλει. Σα να είχε γυρίσει ανάποδα μια κλεψύδρα που μετρούσε για κείνον αντίστροφα.
Ήταν ελεύθερος για λίγο από τις σκέψεις του και το χρωστούσε σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν τους γνώριζε καν. Στον μαγαζάτορα με το μεγάλο πρόσωπο, στον ψηλό κατσαρομάλλη και τον καραφλό φίλο του που αγαπούσαν το χιόνι και σε όλους τους άλλους που του έδωσαν τη δυνατότητα να συμμετέχει στο δικό τους ξεφάντωμα και να γίνει για λίγο και δικό του. Και καθώς χόρευε στους ρυθμούς του ζεϊμπέκικου και του τσιφτετελιού είχε ξεχάσει τους πολύπλοκους προβληματισμούς και τα ακανθώδη ζητήματα που έθετε συνεχώς στον εαυτό του. Ναι για λίγο όλοι αυτοί τον είχαν βοηθήσει να δραπετεύσει από τη φυλακή που του ύψωσε αυτός ο κόσμος ή είχε υψώσει μόνος του ο ίδιος για τον εαυτό του.
Όταν ξαναβγήκε στο δρόμο είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το χιόνι συνέχιζε ακόμα να πέφτει απτόητο και είχε αρχίσει πλέον να στρώνεται για τα καλά τριγύρω, σαν μια μεγάλη άσπρη κρούστα. Ένιωσε το βήμα του να τρεκλίζει κάπως, να προσπαθεί να ισορροπήσει για να προχωρήσει. Ακόμα δεν είχε συνέλθει εντελώς. Αισθάνθηκε ζαλισμένος. Είχε πάρα πολύ καιρό να πιει τόσο. Θυμήθηκε πως καθώς πριν από λίγο αποχαιρετούσε εκείνους τους ανθρώπους, μέσα στη ζάλη του ήταν έτοιμος να τους αποκαλύψει το αποψινό του σχέδιο. Αναρρίγησε. Δεν λέγονται αυτά τα πράγματα. Όσο και αν ένιωσε πως δέθηκε μαζί τους, μέσα σε αυτές τις ώρες, δεν έπρεπε ποτέ να αποκαλύψει κάτι τέτοιο. Δεν έπρεπε κανείς να ξέρει.
Απλά τα είχε ξεχάσει όλα τελείως μέχρι που αποφάσισαν άπαντες πως είχε φτάσει η στιγμή να πάνε σπίτια τους. Τότε άξαφνα επανήλθε η μνήμη του για το ποιος ήταν και τι έκανε, σαν να ήταν κάποιος που υπέφερε από προσωρινή αμνησία. Θυμήθηκε πως δεν είχε πουθενά να πάει, πως δεν είχε κανέναν και τίποτα να περιμένει. Ή μάλλον είχε κάτι. Αλλά έπρεπε να κάνει υπομονή ως τα μεσάνυχτα γι’ αυτό, έτσι είχε αποφασίσει. Και θα τους το αποκάλυπτε καθώς αντάλλασαν μεταξύ τους ευχές για χρόνια πολλά και προσδοκίες να επαναλάβουν ένα τέτοιο παρόμοιο γλέντι, θα τους το αποκάλυπτε σίγουρα αν τελευταία στιγμή δεν εμφανιζόταν εκείνο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τον καταλάμβανε από παιδί, εκείνο το ένστικτο που δεν του επέτρεπε να μοιραστεί ότι αισθανόταν με κανένα. Και έτσι αφού επανέλαβε και αυτός με τη σειρά του τυπικά λόγια και ευχές, αποχώρησε ήρεμα από το μικρό καφενείο.
Που θα πήγαινε τώρα όμως; Δεν μπορούσε να γυρίσει στη γκαρσονιέρα του και να περιμένει, πνιγόταν εκεί μέσα. Δεν ήθελε αυτές τις τελευταίες ώρες του να τις περάσει κλεισμένος μες σε τέσσερις τοίχους. Αναλογίστηκε πόσο τυχερός ήτανε που την τελευταία μέρα του πάνω στη γη, είχε διασκεδάσει όσο ποτέ άλλοτε. Θα έφευγε με πολύ καλύτερες αναμνήσεις απ’ όσο περίμενε. Έτσι το να επέστρεφε τώρα σε ένα άδειο σπίτι, σκορπώντας ουσιαστικά τις τελευταίες στιγμές του, δεν τον ικανοποιούσε σαν ιδέα. Προτιμούσε να συνεχίσει να περπατά. Δίχως να ξέρει για πού. Μέχρι να φτάσει η ώρα και να βρεθεί στο αγαπημένο του εκείνο μέρος, δίπλα στη θάλασσα, που είχε επιλέξει να είναι και το τελευταίο που θα έβλεπε.
Λιγότεροι άνθρωποι περπατούσαν τώρα στους δρόμους. Τα βήματα τους ήταν περισσότερο βιαστικά από πριν. Φυσικά είχε ήδη νυχτώσει και έπρεπε σιγά-σιγά να μαζευτούν στα σπίτια τους. Ήταν και αυτή η αναπάντεχη κακοκαιρία, το χιόνι, το κρύο που σου τρυπούσε πλέον τα κόκαλα που λειτουργούσαν αποτρεπτικά για οποιουδήποτε είδους βόλτα. Τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν έκαναν τις προσπάθειες τους να μη γλιστρήσουν στη χιονισμένη άσφαλτο. Αγχωμένοι οδηγοί, κόρναραν επιδεικτικά ο ένας στον άλλον, είτε για να κινηθούν πιο γρήγορα, είτε για να προσέξουν το πώς κινούνται, είτε για να υποδείξουν απλά το άγχος τους ώστε να φτάσουν πιο γρήγορα στον προορισμό τους.
Τα περισσότερα μαγαζιά είχαν ήδη κλείσει. Τα πεζοδρόμια έμεναν σκοτεινά χωρίς την παρουσία τους. Μια παράξενη ησυχία επικρατούσε τώρα σε όλες τις γωνιές, δίχως εκείνο το σμήνος των καταναλωτών της Πρωτοχρονιάς, που είχε εμφανιστεί μπροστά του το πρωί. Κάποια παιδιά παίζανε στους δρόμους με το χιόνι, μαζεύοντας το από τα παμπρίζ των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Έτσι κάπως έπαιζαν και δύο φίλοι που απέκτησε πρόσφατα και ας είχαν μια απόκλιση στην ηλικία από τούτα δω τα πιτσιρίκια.
Καθώς προχωρούσε έφτασε στα αυτιά του, μια μελωδία ενός εορταστικού τραγουδιού. Πλησίασε, και βρέθηκε μπροστά σε ένα πελώριο πολυκατάστημα που παρέμενε ακόμη ανοιχτό. Η τεράστια φωτεινή βριτρίνα διέθετε από ακριβά κουστούμια, μέχρι πέννες και ρολόγια χειρός. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με λογής-λογής λαμπιόνια, έστεκε αγέρωχο δίπλα στα διάφορα είδη, για να υπενθυμίζει στους υποψήφιους πελάτες το πνεύμα της εποχής. Ξαφνικά είδε σε μια μεριά της βιτρίνας, ένα μάλλινο πλεχτό πουλόβερ που τον ενθουσίασε. Πάντα ήθελε ένα τέτοιο πουλόβερ. Τα ρούχα που φορούσε τώρα, κάτω από το φθαρμένο σακάκι του, δεν του άρεσαν ιδιαίτερα. Απλά ποτέ δεν είχε χρήματα για κάτι καλύτερο. Μα σε λίγες ώρες δε θα ‘χε καθόλου ανάγκη τα χρήματα βέβαια. Και ναι ίσως θα ‘ταν καλύτερο να τον έβρισκαν ντυμένο με ένα ωραίο πλεχτό πουλόβερ. Ναι βέβαια θα το προτιμούσε έτσι.
- Μήπως, μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι; Τον ρώτησε μία πωλήτρια καθώς τον είδε να περιπλανιέται στους διαδρόμους του πολυκαταστήματος αναζητώντας το πουλόβερ της βιτρίνας. Γύρισε προς το μέρος της. Ήταν μία κοπέλα όχι πάνω από τριάντα, με μακριά καστανά μαλλιά και όμορφα μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια. Κοιτούσε με το βλέμμα, ενός ανθρώπου που προσπαθεί να σε ψυχολογήσει. Που επιδιώκει να μάθει τι σκέφτεσαι, ή το ξέρει κιόλας ήδη.
- Ναι ξέρετε, είδα ένα πουλόβερ στη βιτρίνα. Ένα μάλλινο πλεχτό πουλόβερ που μου άρεσε πολύ και θα ήθελα να το δοκιμάσω αν γίνεται.
- Ω, μα φυσικά κατάλαβα για ποιο πουλόβερ μιλάτε. Φυσικά και μπορείτε να το δοκιμάσετε και είμαι σίγουρη, πως θα σας πηγαίνει πολύ.
Όλα αυτά τα είπε με ένα μεγάλο χαμόγελο προθυμίας. Εκείνος δε γέλασε. Ποτέ δεν του άρεσαν οι πωλητές που με χαμόγελα και κολακείες, προωθούσαν τα διάφορα προϊόντα. Το αντιλαμβανόταν βέβαια πως ήταν μέρος της δουλειάς τους όλο αυτό, αλλά από την άλλη αντιπαθούσε τις υποκριτικές συμπεριφορές στο βωμό μίας πώλησης. Βέβαια πάντα μετά σκεφτόταν πως η υποκρισία αποτελεί κομμάτι, της κοινωνικής ζωής του κάθε ανθρώπου ώστε να πλασάρει τον εαυτό του «ατσαλάκωτο» στον κοινωνικό του περίγυρο. Εδώ λοιπόν τόσοι άνθρωποι παρίσταναν πως έχουν μία διαφορετική ζωή από αυτή που ζούσαν, τα λίγα υπερβολικά λόγια του κάθε πωλητή τον ενοχλούσαν; Κάποιες στιγμές αισθανόταν περισσότερο περίεργος και από όσο πραγματικά ήταν.
Ακολούθησε την κοπέλα σε ένα μεγάλο διάδρομο του καταστήματος με ρούχα κάθε είδους. Στο συγκεκριμένο διάδρομο δεν υπήρχε πουθενά άλλος πελάτης. Ούτως ή άλλως όσο προχωρούσε η ώρα, όλο το πολυκατάστημα σιγά- σιγά άδειαζε, παρόλο που μόνο τέτοιου είδους πελώρια μαγαζιά παρέμεναν ακόμη ανοιχτά. Έτσι για να μη τους ξεφύγει ούτε ο τελευταίος καταναλωτής. Ούτε η τελευταία ελπίδα για κέρδος.
Η κοπέλα πήρε στα χέρια της από ένα ράφι, διπλωμένο το πουλόβερ που ήθελε. Του το έδωσε. Εκείνος άγγιξε την μάλλινη υφή και ένιωσε να τον τυλίγει μία ζεστασιά. Πολύ του άρεσε αυτό το ρούχο. Είχε πολύ καιρό να ψωνίσει κάτι που τον ικανοποιούσε πραγματικά. Βέβαια με την ψωρο-δουλειά που έκανε δεν είχε και ποτέ λεφτά για να αγοράσει κάτι που θα τον ευχαριστούσε. Όμως ούτως ή άλλως τα τελευταία χρόνια δεν τον ευχαριστούσε και τίποτα συγκεκριμένο.
- Περάστε αν θέλετε στο δοκιμαστήριο, για να δούμε αν σας κάνει, του είπε και έδειξε μια σειρά από παραβάν στο τέλος του διαδρόμου. Είναι ένα θαυμάσιο πουλόβερ και είμαι σίγουρη πως σας ταιριάζει γάντι.
Το φόρεσε και ένιωσε μία παράξενη φρεσκάδα, μία δόση ανανέωσης, σαν κάτι να άλλαζε μέσα του. Βγήκε από το δοκιμαστήριο. Το πρόσωπο της πωλήτριας έλαμψε. Τα μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια πλημμύρισαν με έναν ενθουσιασμό. Εκείνος σκέφτηκε πως τελικά πρέπει να ήταν πολύ καλή στη δουλειά της, μιας και να μη του πήγαινε αυτό το ρούχο, μονάχα με το βλέμμα της, τον είχε κιόλας πείσει. Η κοπέλα τον πλησίασε και διόρθωσε κάποιες ατέλειες στον τρόπο που το φορούσε, κατεβάζοντας του λίγο μάλλινο ύφασμα που είχε διπλωθεί στους ώμους, μέχρι τα μανίκια.
- Μα τι σας έλεγα; Είναι τέλειο. Κοιτάξτε εδώ στον καθρέφτη.
Του έδειξε έναν πανήψυλο καθρέφτη στα αριστερά του. Έβλεπε τον εαυτό του απέναντι του. Όντως του πήγαινε αυτό το πουλόβερ. Τον έδειχνε πιο νέο, πιο αδύνατο και μάλλον πιο ωραίο. Ένιωσε την ανάγκη να χαμογελάσει αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήθελε να δείξει στην κοπέλα που στεκόταν δίπλα του πόσο του άρεσε αυτό το ρούχο καθώς το κοίταζε φορεμένο πάνω στο κορμί του. Έτσι για να μη της δώσει τη χαρά της δικαίωσης για τα λεγόμενα της.
- Μη μου πείτε πως δε σας αρέσει; Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο όμορφος δείχνετε. Και σας το λέει αυτό μια γυναίκα.
Απόφυγε να απαντήσει στη φιλοφρόνηση της. Ναι, θα το αγόραζε σίγουρα. Και μόνο η θέα του στη βιτρίνα τον είχε πείσει εξ αρχής. Τώρα να δέχεται τέτοιου είδους κοπλιμέντα από μια πωλήτρια το θεωρούσε περιττό. Ας της έλεγε πως θα το αγόραζε να ησύχαζε και εκείνη και ύστερα να πήγαινε στον επόμενο πελάτη, να τον κοσμήσει με τις φιλοφρονήσεις της.
- Ναι θα το πάρω μην ανησυχείτε. Απλά θα ήθελα να σας ρωτήσω αν γίνεται…
- Τι θέλετε;
- Να, επειδή μάλλον δε θα επιστρέψω καθόλου σπίτι μου απόψε και θέλω να το φορέσω αυτό το πουλόβερ, αν είναι εύκολο να μη μου το βάλετε σε σακούλα, απλά να το φορέσω τώρα κατευθείαν .
Η κοπέλα συμφώνησε και του έκοψε το καρτελάκι που υπήρχε πάνω στο ρούχο με την τιμή του, ώστε να πλήρωνε κατευθείαν στο ταμείο και ας φορούσε το πουλόβερ. Του πρότεινε μάλιστα να τον συνοδεύσει ως το ταμείο και να εξηγήσει στους υπαλλήλους εκεί η ίδια, ώστε να μη δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Εκείνος βρήκε την κίνηση της ιδιαίτερα ευγενική. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Ήτανε σίγουρος πως μόλις της ανακοίνωνε την απόφαση του να αγοράσει τελικά το πουλόβερ, θα ένιωθε πως η αποστολή της είχε ολοκληρωθεί και θα αναζητούσε κάποιον άλλο πελάτη να του προσφέρει τη βοήθεια της. Και μόνο που ακόμα στεκόταν δίπλα του τον είχε κερδίσει. Πόσο μάλλον που θα τον εξυπηρετούσε σε αυτό που ζητούσε.
Καθώς προχωρούσαν οι δυο τους προς το ταμείο, εκείνος κρατώντας στο χέρι το παλιό του πουκάμισο, που το είχε τώρα αντικαταστήσει με ένα μάλλινο πουλόβερ, η πωλήτρια άξαφνα στάθηκε . Τον κοίταξε ανάμεσα στα μάτια, με ένα τρόπο που τον έκανε να τα χάσει. Ένιωσε αμήχανα, ένιωσε πως δεν μπορούσε να βγει καμία κουβέντα από τα χείλη του.
- Θα μου επιτρέψετε να σας κάνω και ‘γω μία ερώτηση; Του είπε αποφασιστικά. Εκείνος απλά έγνεψε κουνώντας το κεφάλι. Ακόμα πίστευε πως δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
- Πόσο μόνος θα πρέπει να νιώθει ένας άντρας, για να ψωνίζει κάτι αποκλειστικά για κείνον μια τέτοια μέρα; Μια τέτοια ώρα; Και ένας μόνος άντρας για ποιο λόγο δεν έχει σκοπό να γυρίσει καθόλου σπίτι του ένα βράδυ σαν το σημερινό;
Πάγωσε. Έμεινε να την κοιτάει αποσβολωμένος. Αυτή η κοπέλα ήταν πραγματικά πολύ έξυπνη. Και είχε δίκαιο σε όσα υπέθετε. Ένας άντρας που τριγυρνά μόνος του μια τέτοια μέρα σε ένα εμπορικό κατάστημα, πόσο μάλλον ένας άντρας που το μόνο δώρο που έχει να ψωνίσει, είναι ένα δώρο στον εαυτό του, σήμερα που όλοι κάνουν δώρα στα αγαπημένα τους πρόσωπα, σημαίνει απλά πως δεν έχει κανένα τέτοιο πρόσωπο να τον περιμένει. Η συμπεριφορά του αποδείκνυε τη μοναχικότητα του. Και ύστερα της είχε πριν από λίγο αποκαλύψει πως δε θα επέστρεφε σπίτι απόψε. Κάποιος που δεν τον περίμενε κανείς που θα μπορούσε λοιπόν να τριγυρνάει; Και τώρα με ποια πιστευτή δικαιολογία μπορούσε να της απαντήσει; Δεν ήθελε να καταλάβει πόσο μόνος ήταν, δεν ήθελε να τον λυπηθεί και ακόμα περισσότερο δεν ήθελε να υποθέσει στο ελάχιστο κάτι για τα αποψινά του σχέδια. Έπρεπε να σκαρφιστεί ένα ψέμα. Αλλά δεν ήταν ποτέ καλός σε αυτά. Συνέχιζε να την κοιτά. Το δικό της βλέμμα δεν είχε αποτραβηχτεί από πάνω του.
- Να, ξέρετε, εγώ έχω να πάω κάπου και…, προσπάθησε να ψελλίσει μια πρόταση αλλά πάλι κόμπιασε.
- Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Απλά με παραξένεψε όλο αυτό, συμπλήρωσε η κοπέλα που είχε διακόψει απότομα τον πληθυντικό μεταξύ τους. Εκείνου όμως πολύ του άρεσε, ετούτο το απρόσμενο θράσος της.
- Όχι κανένα πρόβλημα. Με περιμένουν κάτι φίλοι για το Πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν. Αντροπαρέα. Ξέρεις ποτά, χαρτιά και άλλα τέτοια, απάντησε τελικά, καταφέρνοντας να ξεφουρνίσει το ψέμα που ήθελε.
- Σίγουρα, δηλαδή έχεις κανονίσει κάτι για απόψε; Εκείνη ακόμα έδειχνε να μην τον πιστεύει.
- Μα υπάρχει κάποιος που να μην έχει κανονίσει κάτι για απόψε; Της είπε χωρίς να νιώθει ότι την εξαπατά αυτή τη φορά μιας και ο ίδιος αυτό που είχε σκοπό να κάνει απόψε, το είχε κανονίσει εδώ και πολύ καιρό.
Η πωλήτρια χαμογέλασε, μα με ένα χαμόγελο διαφορετικό από τα προηγούμενα που του είχε χαρίσει. Ένα χαμόγελο αμφιβολίας. Μάλλον δεν είχε καταφέρει να την πείσει. Συνέχισαν να προχωρούν δίπλα-δίπλα. Εκείνος ήταν ικανοποιημένος που είχε καταφέρει τουλάχιστον να της δώσει μια απάντηση στην ερώτηση της, αλλά από την άλλη κάτι δεν του άρεσε κιόλας. Θα ‘θελε να είναι ειλικρινής μαζί της. Να της εκμυστηρευόταν όλα αυτά που τον έχουν βασανίσει τόσο καιρό. Όλα αυτά που τον οδηγούν στο δρόμο που διάλεξε για απόψε. Με κάποιο μαγικό τρόπο είχε καταφέρει να του δημιουργήσει ένα αίσθημα εμπιστοσύνης απέναντι της. Ένα αίσθημα που είχε πολύ καιρό να το νιώσει για οποιαδήποτε γυναίκα.
Μα τα ‘χε χαμένα τελείως τελικά; Τι είχε πάθει σήμερα; Τι θα μπορούσε δηλαδή να της πει; Πως η ζωή δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Πως ούτε μία θετική πτυχή της δεν τον έχει αγγίξει τόσο καιρό; Πως δε βρέθηκε ποτέ ένας άνθρωπος να τον στηρίξει πραγματικά; Πως μισούσε τη μίζερη δουλειά που έκανε; Πως δεν ήλπιζε τίποτα; Πως το μόνο που ήλπιζε ήταν το τέλος; Θα μπορούσε να τα πει ποτέ όλα αυτά σε οποιονδήποτε; Όχι, φυσικά. Μα τι παράξενες σκέψεις του περνούσαν από το μυαλό τώρα; Αν είναι ποτέ δυνατόν. Ίσως φταίγανε τα μεσημεριανά τσίπουρα και η ζάλη που διατηρούσε ακόμα το κεφάλι του εξ αιτίας τους. Και εκεί στο καφενείο το ίδιο σφάλμα πήγε να διαπράξει. Να μιλήσει δηλαδή, ειλικρινά. Τι απαράδεκτο! Αφού το ‘χε αποφασίσει. Μόνο μέσα από το τελευταίο του γράμμα θα μιλούσε στους ανθρώπους. Γιατί ταλαιπωρούνταν τώρα από τέτοιες κουτές ιδέες; Αφού τα είχε προγραμματίσει όλα.
Προχωρούσαν τώρα δίπλα δίπλα φτάνοντας τελικά στο τέλος του διαδρόμου. Μπροστά τους υπήρχε τώρα ο μεγάλος χώρος υποδοχής του καταστήματος και λίγο πιο πέρα βρισκόταν πάνω από δέκα ταμεία. Στα δεξιά τους υπήρχε μια μεγάλη σκάλα που οδηγούσε τον πάνω όροφο και δίπλα της δύο ανελκυστήρες, μιας και το κατάστημα διέθετε προφανώς παραπάνω από έναν ορόφους. Στα διάφορα ταμεία υπήρχε ακόμα κόσμος που πλήρωνε, αλλά πολύ λιγότερος σε σχέση με την καταναλωτική εξόρμηση του πρωινού. Έξω είχε πια νυχτώσει για τα καλά, όπως φαινόταν από τη γυάλινη τζαμαρία του καταστήματος.
Εκείνος ετοιμάστηκε να βαδίσει προς κάποιο ταμείο, μα η πωλήτρια στάθηκε ξανά όπως είχε κάνει πριν από λίγο καταμεσής του διαδρόμου. Όταν το αντιλήφθηκε την είδε να στέκεται κάπου δυο μέτρα πίσω του. Τι να περίμενε τώρα; Μάλλον σκεφτότανε σε ποιο ταμείο θα έπρεπε να στραφούν, ώστε να τους εξυπηρετήσει άμεσα. Οπισθοδρόμησε προς το μέρος της.
- Πάντως, του είπε αυτή τη φορά χωρίς να του ρίξει εκείνο το διαπεραστικό βλέμμα, εγώ το βράδυ θα βρίσκομαι με κάποιους φίλους σε ένα μπαράκι στο κέντρο. Αν θες, πέρνα για ένα ποτό. Αν βαρεθείς εκεί που θα ‘σαι, όπου και να ‘σαι.
Τώρα αυτός είχε στρέψει το βλέμμα του πάνω της και προσπαθούσε να καταλάβει. Προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτή της η πρόταση, περιείχε τον οίκτο προς έναν άνθρωπο που δεν είχε πουθενά να πάει, μιας και τα λεγόμενα του δεν την είχαν πείσει όπως φάνηκε, ή όντως τον είχε συμπαθήσει, ή όντως ήθελε να τον ξαναδεί. Δε θυμόταν την τελευταία φορά που κάποιος άνθρωπος του είχε κάνει ανάλογη πρόταση, πρέπει να ‘χε περάσει πολύς καιρός. Εκτός βέβαια από την παρέα που απέκτησε άξαφνα σήμερα στο καφενείο. Και εκείνοι του πρότειναν να κάτσει μαζί τους. Αλλά τώρα ένας άνδρας σαν αυτόν να δεχόταν πρόσκληση από μια όμορφη γυναίκα τον παραξένευε ακόμα περισσότερο. Αυτός είχε αποφασίσει πως τούτος ο κόσμος δεν είχε πια τίποτα να του προσφέρει. Τι θετικό μπορεί να είχε βρει σε έναν άνδρα που έχει χάσει θάρρος και ελπίδα. Που πριν από λίγο δεν μπορούσε ούτε καν να την κοιτά και να της απευθύνει το λόγο ταυτόχρονα;
- Δεν ξέρω. Ίσως δηλαδή. Θα προσπαθήσω πάντως.
- Το υπόσχεσαι ότι θα προσπαθήσεις;
Το υποσχέθηκε αν και δεν έπρεπε. Η μόνη προσπάθεια που είχε προγραμματίσει για απόψε ήταν η αποφυγή και των τελευταίων δισταγμών πριν το τέλος. Είχε καταφέρει βέβαια να τους αποδιώξει εδώ και καιρό, αλλά όταν βρίσκεσαι με ένα όπλο στραμένο πάνω σου, ποτέ δεν ξέρεις. Εξάλλου αυτό τον κρατούσε ζωντανό τόσο καιρό, οι δισταγμοί και η δειλία του. Και ένα μάταιο παραμύθι που φύλαγε για τον εαυτό του, για να αποκοιμιέται ήρεμος τα βράδια, πως τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν δηλαδή. Και φυσικά τα παραμύθια ποτέ δεν ανταποκρίνονται σε κάτι αληθινό.
- Παρεμπιπτόντως με λένε Μαρία συνέχισε και του έδωσε το χέρι για να συστηθούν. Θα ‘θελα να σε δω απόψε. Η μοναξιά είναι πολλές φορές κακός σύμβουλος. Στο λέω γιατί νιώθω μόνη και εγώ πολλές φορές.
Δεν ήξερε τι να τις έλεγε. Συμφώνησε και τις χαμογέλασε. Είχε αντιληφθεί ποιος ήταν, πως ένιωθε και ίσως να υποψιαζόταν την επόμενη του πράξη. Αυτή η κοπέλα, η Μαρία τον είχε ξεσκεπάσει μέσα στα είκοσι λεπτά της γνωριμίας τους. Τον είχε διαβάσει, εκείνον και τις σκέψεις του. Και παρόλα αυτά επέμενε να ασχολείται μαζί του. Δεν τον παράτησε μες τη μίζερη εσωστρέφεια του. Του πρότεινε να ξαναβρεθούν. Δεν είχε σημασία τελικά αν τον λυπόταν ή όχι. Δεν τον ένοιαζε αυτό. Σημασία είχε πως του είχε δώσει πραγματική σημασία. Όχι αυτή που δίνουν συνήθως οι άνθρωποι, αφού την έχουν περιτυλίξει με όμορφα λόγια αλλά στο εσωτερικό κάτω από αυτά, υπάρχει μονάχα ένα κενό ενδιαφέρον.
Βρέθηκαν μπροστά σε ένα από τα ταμεία, σε εκείνο που τούτη τη στιγμή βρισκόταν μόνο ένα ζευγάρι μαζί με το μικρό γιο τους. Κρατούσαν στα χέρια τους τέσσερις σακούλες, με εορταστικά ψώνια. Ο μικρός όμως δε φαινόταν διόλου χαρούμενος. Σε λίγο άρχισε να κλαίει. Η μητέρα του προσπάθησε να τον ησυχάσει με χάδια και παρακαλετά. Ο πατέρας του τον αγριέψε. Το κλάμμα του έγινε ακόμα περισσότερο γοερό. Ο μικρός διαμαρτυρόταν, για ένα παιχνίδι που του άρεσε και οι γονείς του δεν του το είχαν αγοράσει.
- Τα σημερινά παιδιά δεν είναι με τίποτα ευχαριστημένα να το ξέρετε κύριε, είπε ο πατέρας απευθυνόμενος σε εκείνον σαν να ‘ψαχνε συμπαράσταση στα λόγια του. Μόνο να αγοράζουν και να ξοδεύουν θέλουν. Εμείς κάποτε στην ηλικία του νιώθαμε ευτυχισμένοι με τα λίγα μας. Σήμερα όσα και να τους πάρεις και άλλα θα θέλουν.
Εκείνος συμφώνησε με τα λόγια του θυμωμένου πατέρα. Θυμήθηκε πάλι τους γονείς του. Οι πιο ευτυχισμένες στιγμές ήταν τα χρόνια που πέρασε δίπλα τους. Σαν το μοναδικό παιδί της οικογένειας, δεχόταν άπλετη την αγάπη τους. Και ας μην είχαν ποτέ πολλά χρήματα. Και ας μη του αγόραζαν τόσα παιχνίδια όσο σε αυτόν εδώ τον μικρό. Δεν ένιωσε ποτέ να του λείπει τίποτα όμως. Μετά ήρθε η απώλεια. Πρώτα ο πατέρας ύστερα η μάνα. Άφησαν το μοναχοπαίδι τους να τυραννιέται και να προσπαθεί να δώσει κάποιο νόημα στη μετριότητα της ύπαρξης του, όπως ένιωθε. Μάταια όμως.
Αφού το ζευγάρι πλήρωσε τελικά και έφυγε από το κατάστημα, δίχως ο μικρός να σταματήσει στιγμή να κλαίει, ήρθε μετά η σειρά του. Ο ταμίας ένας εικοσιπεντάρης νέος, τον κοίταξε με κάποια δυσπιστία βλέποντας τον να κρατάει στα χέρια του, μόνο το παλιό του πουκάμισο. Η Μαρία πέρασε δίπλα του και του εξήγησε. Του έδωσε το καρτελάκι με τον κωδικό και την τιμή του πουλόβερ που εκείνος τώρα φορούσε.
- Λοιπόν ογδοντα-πέντε ευρώ είναι κύριε.
Έβγαλε από το σακάκι του το πορτοφόλι για να πληρώσει. Αφού ολοκληρώθηκε η συναλλαγή, γύρισε προς το μέρος της Μαρίας για να την ευχαριστήσει. Ήθελε να της πει πολλά. Ήθελε να ξέρει πως και μόνο το ενδιαφέρον της που είχε επιδείξει για κείνον, τον έκανε να νιώσει διαφορετικά, τον έκανε να νιώσει όμορφα. Πως δεν είχε ξαναγνωρίσει άνθρωπο που να κατανοεί τόσο τη σκέψη και τη συμπεριφορά του. Πως ήταν πολύ όμορφη, πως θα ήθελε πολύ να τη συναντήσει το βράδυ σε εκείνο το μπαράκι, αλλά δυστυχώς…
- Σε ευχαριστώ, κατάφερε τελικά να πει.
- Μη με ευχαριστείς, του απάντησε, δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο.
Στράφηκε προς την έξοδο του μαγαζιού. Αισθανόταν τώρα χειρότερα από πριν. Μια φορά στη ζωή του, μια φορά μόνο ας κατάφερνε να πει αυτό που αισθανόταν. Ας κατάφερνε να πει μια αλήθεια που ένιωθε. Σε αυτή την κοπέλα, τη Μαρία, της άξιζε μια αλήθεια. Μα εκείνος δεν ήταν ικανός ούτε γι αυτό τελικά. Απογοητευόταν όλο και πιο πολύ από τον εαυτό του. Και ευτυχώς δηλαδή που σήμερα θα τέλειωναν όλα. Γιατί δεν του άξιζε τίποτα καλύτερο, τόσο δειλός που ήταν. Οι δειλοί δε δικαιούνται και πολλά σε αυτή τη ζωή. Και αυτό το είχε ήδη διαπιστώσει.
Καθώς έφτανε στη μεγάλη γυάλινη πόρτα με τους αισθητήρες, που την έκαναν να ανοίγει μόνη της στην ανθρώπινη παρουσία, άκουσε ξανά τη φωνή της να τον καλεί. Γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω. Την είδε να στέκεται ξανά κοντά του.
- Συγνώμη αν γίνομαι ενοχλητική, απλά ήθελα να ξέρεις ,πως όταν είπα ότι δείχνεις όμορφος με αυτό το πουλόβερ το εννοούσα. Δε λέω ποτέ κάτι που δεν το εννοώ απλά για να κερδίσω μια πώληση. Αν σκέφτηκες κάτι τέτοιο, να ξέρεις πως δεν ισχύει.
Για άλλη μια φορά του έδειχνε πως γνώριζε τι σκεφτόταν. Εκείνος της χαμογέλασε και βγήκε βιαστικά από το πολυκατάστημα.
Η χιονόπτωση είχε πλέον σταματήσει. Βέβαια είχε χιονίσει αρκετά για τα δεδομένα μιας πόλης που κάτι τέτοιο δεν είναι σύνηθες φαινόμενο. Τα σύννεφα είχαν υποχωρήσει και ο ουρανός ήταν σχεδόν ξάστερος. Το κρύο και η υγρασία όμως αυξανόταν συνεχώς. Μία καθαρότητα υπήρχε στην ατμόσφαιρα, που μέσα από τις παγωμένες ανάσες που έπαιρνες, την ένιωθες να διαπερνά στους πνεύμονες σου.
Συνέχιζε την περιπλάνηση του στους δρόμους, δίχως να έχει κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Η ώρα σιγά-σιγά πλησίαζε για κείνον. Έφτανε η αλλαγή του χρόνου για τον κόσμο που θα συνέπεφτε με τη δική του φυγή από αυτόν. Πέρασε δίπλα από κάποια μπαρ και καφετέρειες, που το κέφι των θαμώνων τους είχε φτάσει στο ζενίθ, μιας και όπως έβλεπε απ’ έξω η δυνατή μουσική συνοδευόταν από χορούς και γέλια. Καθώς προχωρούσε μια παρέα μεθυσμένων, δίχως να τον προσέξει, έπεσε πάνω του. Του ευχήθηκαν «χρόνια πολλά» και συνέχισαν την ασταθή πορεία τους.
Είχε επιλέξει αυτή τη μέρα εδώ και αρκετό καιρό, όταν το αποφάσισε για τα καλά. Και την είχε επιλέξει πρώτον και κύριον για να μη μπορεί να ξεφύγει από αυτήν. Ορίζοντας στον εαυτό του όχι απλά μια ημερομηνία, αλλά ακόμα και τα δευτερόλεπτα που θα το διέπραττε, ήταν σαν να ορίζει ένα ραντεβού στο οποίο δεν μπορούσε φυσικά να στήσει τον άλλον. Έτσι και εκείνος δε θα μπορούσε να λείψει στο ραντεβού με το τέλος του. Και προτιμούσε να γίνει έτσι γιατί πολλές φορές στο παρελθόν, ένιωθε πως το είχε αποφασίσει, αλλά πάντα το ανέβαλε για κάποια άλλη μέρα. Τώρα σε μία τόσο συγκεκριμένη ημερομηνία και τόσο σημαντική ταυτόχρονα, για τις ανθρώπινες παραδόσεις δε θα μπορούσε να υπάρχει αύριο. Και τα τελευταία δευτερόλεπτα της αντίστροφης μέτρησης για την αλλαγή του νέου χρόνου, θα αποτελούσαν και για κείνον τα τελευταία δευτερόλεπτα ταυτόχρονα. Τρία, δύο, ένα…
Από την άλλη το να προβεί σε μία τέτοια πράξη, μια τέτοια εορταστική μέρα, θα μπορούσε να δείξει σε όλους, πως εκείνος έτσι εκλάμβανε τη γιορτή, αυτό θα τον έκανε να χαρεί και να ησυχάσει. Οι δικές του ευχές για τον εαυτό του, δε θα περιλάμβαναν στερεότυπα «χρόνια πολλά» και «ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος». Ή μάλλον αυτά θα τα ευχόταν σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Και τα ευχόταν ειλικρινά μέσα από το σημείωμα που βρισκόταν τώρα στην τσέπη του. Δεν ένιωθε πως μισεί κανέναν για να μη του ευχηθεί. Δεν έριχνε τις ευθύνες στους ανθρώπους για την απόφαση του. Κουρασμένος ένιωθε. Εξαντλημένος. Και δεν ήθελε άλλα χρόνια για κείνον. Χρόνια πολλά για τους άλλους λοιπόν.
Τι τον είχε οδηγήσει σε αυτή του την απόφαση; Ολόκληρη η ζωή του, που δεν του άρεσε. Που δεν περιείχε τίποτα σημαντικό, τίποτα ενδιαφέρον. Που δεν είχε καν όνειρα για κάτι καλύτερο. Που δεν προσδοκούσε τίποτα να αλλάξει. Που δεν υπήρχε ένας άνθρωπος που να τον νοιάζεται. Που εκείνος δεν νοιαζόταν για κανένα. Τούτη η μονοτονία δεν ήταν ανθρώπινη. Οι άνθρωποι ζουν, παθιάζονται, κάνουν λάθη, μαθαίνουν από αυτά. Εκείνος δεν ζούσε. Και κάποιος που δεν ζει δεν ανήκει με τους ζωντανούς. Έτσι πίστευε. «Η μοναξιά πολλές φορές είναι κακός σύμβουλος», είχε πει εκείνη η κοπέλα, η Μαρία. Μα δεν ήταν μόνο η μοναξιά. Ήταν όλα μαζί.
Τα εξηγούσε όλα αυτά στο σημείωμα που βρισκόταν στην τσέπη του. Ήθελε να τα δηλώσει όλα αυτά στους ανθρώπους, με όλη την ειλικρίνεια που έκρυβε τόσα χρόνια σαν μυστικό που δεν έπρεπε να μαθευτεί. Όχι, πως θα καταλάβαινε κανείς, όχι πως επιδίωκε κάποιος να συγκινηθεί, ούτε να χαρακτηριστεί η ιστορία του ως προσωπικό δράμα, αυτές οι τετριμμένες εκφράσεις καθόλου δεν του άρεσαν, απλά ήθελε να τα βγάλει από μέσα του, να μιλήσει όπως δεν είχε μιλήσει ποτέ μέχρι τώρα σε κανένα. Να μιλήσει όπως δε μίλησε στους ανθρώπους στο καφενείο, όπως δε μίλησε στην πωλήτρια του καταστήματος, όπως δεν το είχε κάνει ποτέ και πουθενά. Μια δημόσια αλήθεια χρωστούσε, έτσι για τον αποχαιρετισμό. Και ύστερα στην κατακλείδα του, ένα «χρόνια πολλά σε όλο τον κόσμο», ένα «ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος για όλους σας». Τούτες ήταν οι απαραίτητες ευχές της ημέρας εξάλλου. Δεν μπορούσε να μην τις εκφέρει. Μην έλεγε και κανένας κακοήθης πως δε σεβάστηκε τις άγιες αυτές μέρες. Με όλο το σεβασμό λοιπόν, δήλωνε τη φυγή του.
Το χιόνι στο πεζοδρόμιο είχε αρχίσει σιγά-σιγά να παγώνει. Αν δεν το πρόσεχες κινδύνευες εύκολα να χάσεις την ισορροπία σου και να βρεθείς ανάσκελα. Εκείνος γλίστρησε μια δυο φορές και ύστερα προσγειώθηκε χτυπώντας ελαφρά στην πλάτη. Σηκώθηκε πάλι μόνος του, με δυσκολία.
- Άτιμες παγίδες που στήνει αυτός ο πάγος. Θα με ξεκάνουν πριν την ώρα μου!
Βρήκε αστεία τη φράση του και χαμογέλασε καθώς συνέχιζε να προχωρά, νιώθοντας τον πόνο να έχει σταθεί στην πλάτη του σαν περίσσιο βάρος.
Όπως συνέχιζε να περπατά ο πόνος γινόταν όλο και πιο δυνατός. Τελικά μάλλον είχε χτυπήσει περισσότερο από όσο νόμιζε. Έπρεπε κάπου να κάτσει, να ξεκουραστεί για λίγο και ύστερα να ξαναπάρει το δρόμο του. Είδε στα δεξιά του μία παιδική χαρά. Από τις ελάχιστες που υπήρχαν πλέον, σε αυτή την πόλη που την είχε καταπιεί άδοξα το τσιμέντο της. Σκέφτηκε να μπει, μήπως έβρισκε κανένα στεγνό παγκάκι, ώστε να καθίσει μέχρι να καταλαγιάσει κάπως ο πόνος. Δεν είχε και άλλη επιλογή. Δεν μπορούσε να περπατήσει άλλο, με τις σουβλιές που δεχόταν στην πλάτη.
Όντως είδε μπαίνοντας ένα μεγάλο κιόσκι, με ένα σκέπαστρο σαν τρούλο. Τα ξύλινα παγκάκια από κάτω αν και κρύα, παρέμεναν στεγνά μιας και το σκέπαστρο τα είχε προστατέψει από το χιόνι. Έκατσε αργά-αργά γιατί δεν ήθελε να κάνει απότομες κινήσεις. Αναστέναξε. Στα καλά καθούμενα τι μπορεί να πάθει κανείς; Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα. Είχε ακόμα μέσα καμιά δεκαριά. Θα του έφταναν. Δεν απόμενε και πολύ ώρα. Σίγουρα θα του έφταναν μπορεί να περίσσευαν κιόλας.
Κοίταξε τριγύρω τον αίθριο χώρο. Δέντρα ψηλά που είχαν κρεμάσει πάνω τους το χιόνι σαν στολίδι. Διάφορα παιχνίδια, μονόζυγο, τραμπάλες και άλλα παρεμφερή. Ωραία ήταν εδώ μέσα. Ένας χώρος να μπορούν να ξεφεύγουν τα παιδιά, να παίξουν αληθινά, να νιώσουν το αληθινό παιχνίδι, όχι εκείνο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, το εικονικό, το ψεύτικο. Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα! Στην εποχή του κλωτσούσαν όλη μέρα μια μπάλα και τώρα η μπάλα είναι ηλεκρονική μέσα σε μια οθόνη. Ένιωσε πως σκέφτεται σαν ξεμωραμένος γέρος, που του αρέσει να κατηγορεί τις επόμενες γενιές. Άναψε το τσιγάρο που κρατούσε στα χέρια του.
Στο βάθος ακούστηκαν κάποιες φωνές παιδικές. Δεν μπορούσε όμως να διακρίνει καλά μέσα στο σκοτάδι. Ορίστε, υπήρχαν ακόμα παιδιά που προτιμούσαν να διασκεδάζουν έξω, να κάνουν αληθινές παρέες και αληθινούς φίλους. Τα ‘βαλε με τον εαυτό του που βιάστηκε να τα κατηγορήσει. Θυμήθηκε τη δική του παιδική ηλικία. Ήταν ίσως η πιο ευτυχισμένη ηλικία του. Παιχνίδια, σκανδαλιές, φιλίες, βόλτες με τα ποδήλατα, ατέλειωτη ξεγνοιασιά. Αναθάρρησε μέσα του. Και όταν κουραζόταν, όταν ήθελε να μείνει για λίγο μόνος (αυτή την τάση της απομόνωσης την είχε από τότε) πήγαινε σε κείνο το μέρος το αγαπημένο του. Στη μοναχική του κρυψώνα που δεν είχε αποκαλύψει ποτέ σε κανένα. Και που σήμερα είχε διαλέξει να είναι το τελευταίο μέρος που θα φιλοξενούσε την ανάσα του.
Και αλίμονο αν δεν είχε επιλέξει εκείνο το μέρος για τον αποψινό του σκοπό. Του ήταν πολύ πιο οικείο από το σπίτι του βέβαια. Πόσα απογεύματα περνούσε κρυφά από κει πέρα για να αδειάσει από τις σκέψεις του. Αγνάντευε τη θάλασσα και τα κύματα της, που έσκαγαν άλλοτε ορμητικά και άλλοτε όχι στην παλιά εκείνη αποβάθρα. Και εκείνος κρυμμένος κάπου εκεί, ανάμεσα από τις εγκαταλελειμμένες αποθήκες του λιμανιού, που τώρα δεν πάταγε ψυχή, γινόταν κομμάτι της θάλασσας που βρισκόταν κάτω από τα πόδια του. Σαν παιδί πήγαινε εκεί, δίχως να ξέρει το λόγο, απλά του άρεσε αυτή η ησυχία και ο ήχος των κυμμάτων. Σαν έφηβος έκανε όνειρα. Ναι κι όμως έκανε όνειρα και εκείνος κάποτε, σ’ αυτό το μαγικό μέρος. Ονειρευόταν μία ζωή αλλιώτικη, ταξιδιάρικη, όχι εγκλωβισμένη στην καθημερινότητα. Ύστερα από όταν πέθανε ο πατέρας του και μετά, πήγαινε απλά για να ξεσκάσει. Να ξεφύγει από όλα όσα τον έπνιγαν. Σαν να εξομολογούνταν στη θάλασσα τον πιο βαθύ καημό του. Και εκείνη τον άκουγε υπομονετικά, δεύτερη μάνα, και του έδινε κουράγιο να συνεχίσει. Σήμερα λοιπόν θα πήγαινε εκεί για να της πει αντίο. Της το χρωστούσε αυτό το αντίο.
- Κύριε, μήπως ξέρετε καθόλου από χιονάνθρωπους;
Ο μικρός που είχε έρθει πίσω του, δίχως εκείνος να τον πάρει χαμπάρι, φορούσε ένα κόκκινο μπουφάν, σκούφο, γάντια και είχε τυλίξει ένα κασκόλ τόσο σφιχτά στο λαιμό του, που νόμιζες πως δεν παίρνει ανάσα. Τον κοίταζε στα μάτια σαν να ικέτευε για τη βοήθεια του.
- Να ξέρω από τι;
- Από χιονάνθρωπους. Προσπαθούμε με τους φίλους μου να φτιάξουμε έναν εδώ και τόση ώρα αλλά δεν τα καταφέρνουμε.
Του έδειξε στο βάθος το μέρος που βρισκόταν οι φίλοι του, εκεί από όπου είχε ακούσει τις φωνές πιο πριν. Ήξερε από χιονάνθρωπους; Όχι δα και πολλά. Σπάνια χιόνιζε σε αυτή την πόλη εξάλλου. Αλλά κάποτε όταν ήταν στην ηλικία αυτού του παιδιού που βρισκόταν τώρα δίπλα του, έναν Φλεβάρη, είχε χιονίσει τόσο πολύ που και τα σχολεία είχαν μείνει κλειστά για μια βδομάδα. Τότε είχαν φτιάξει με τους φίλους του ένα γιγάντιο χιονάνθρωπο στην αυλή του κλειστού σχολείου, (μπαίνοντας φυσικά παράνομα, πηδώντας από τα κάγκελα). Μια μέρα ολόκληρη τους είχε πάρει να τον τελειώσουν. Ύστερα πήγαιναν συνέχεια στο σχολείο και τον καμάρωναν. Ήταν πολύ περήφανοι για το δημιούργημα τους. Μόνο που όταν ξάνοιξε λίγο ο καιρός ο χιονάνθρωπος τους άρχιζε σιγά-σιγά να λιώνει. Μάταια προσπαθούσαν να τον διατηρήσουν προσθέτοντας κομμάτια πάγου. Μετά μια μέρα πριν ανοίξει το σχολείο ξανά τον είχαν δει κάτι παιδιά μεγαλύτερα και τους τον καταστρέψανε. Έτσι για να σπάσουν πλάκα. Τι στεναχώρια είχε περάσει τότε! Όχι μόνο για το τέλος του χιονάνθρωπου. Αλλά επειδή δεν μπόρεσε να τον υπερασπιστεί καν. Ένιωθε υπαίτιος και ας ήταν εκείνα τα παιδιά μεγαλύτερα και ας μπορούσαν να τον σπάσουν στο ξύλο. Εκείνος δεν έπρεπε να αφήσει το χιονάνθρωπο στα χέρια τους. Ήταν δικό του δημιούργημα και όφειλε να τον προστατέψει. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε τόσο δειλός.
Για πότε βρέθηκε ανάμεσα σε τρία πιτσιρίκια που προσπαθούσαν να φτιάξουν έναν χιονάνθρωπο ούτε που το κατάλαβε. Εκείνα τον είδαν σαν τη λύση απέναντι στο πρόβλημα τους. Ήταν και τα τρία αγόρια, ντυμένα επίσης με τόσο χοντρά ρούχα, όπως και ο μικρός που του έκανε την έκκληση για βοήθεια. Δεν είχαν προχωρήσει και πολύ σε αυτό που ήθελαν. Δεν μπορούσαν να ενώσουν και να σταθεροποιήσουν το σώμα του λευκού και παγωμένου ομοιώματος, με το κεφάλι του. Επιδίωκαν βέβαια να τον φτιάξουν ογκώδη και το ίδιο ψηλό με έναν άνδρα. Και αυτό δεν ήταν εύκολο για δωδεκάχρονα παιδιά, γιατί κάπου εκεί ήταν αναμφίβολα ηλικιακά. Αλλά εφόσον είχαν θέσει τόσο υψηλό στόχο, εκείνος όφειλε να τα βοηθήσει.
Ρίχτηκε με μανία στη δουλειά. Ξέχασε αμέσως τον πόνο στην πλάτη. Οι τρεις πιτσιρικάδες εκτελούσαν άμεσα τις εντολές του: «Φέρε μου και άλλο χιόνι» , «συμπλήρωσε και άλλο εκεί λίγο», «στρογγυλέψτε τον για να ισορροπήσει». Στο τέλος κατάφεραν να ολοκληρώσουν το σώμα του. Ήταν κάπου στο ύψος του γύρω στο ένα και ογδόντα. Τώρα έπρεπε να του σχηματίσουν πρόσωπο, στόμα, μάτια και μύτη. Αναζήτησαν κουκουνάρια και φύλλα που υπήρχαν πεσμένα τριγύρω καθώς και σκόρπια κλαδιά, που θα συμπλήρωναν τα χέρια του. Τα τοποθέτησε όλα προσεχτικά και τα τρία παιδιά τον παρατηρούσαν με κομμένη την ανάσα, από το φόβο μη διαλυθεί. Εκείνος τα κατάφερε μια χαρά. Είχαν σχεδόν έτοιμο έναν χιονάνθρωπο. Μόνο που κάτι του έλειπε.
- Λοιπόν παιδιά τους είπε, ένα απαραίτητο αξεσουάρ για το φίλο μας από δω, είναι ένα κασκόλ. Έχει αρκετό κρύο! Και εμείς δεν μπορούμε να τον αφήσουμε χωρίς κασκόλ!
Τα παιδιά συμφώνησαν πως θα του πήγαινε πολύ ένα κασκόλ. Τότε εκείνος έβγαλε από το λαιμό του, το δικό του και το τύλιξε γύρω από τον χιονάνθρωπο. Οι μικροί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Τους άρεσε τόσο πολύ που καθόταν για λίγα λεπτά και απλά καμάρωναν τον κατάλευκο φίλο τους. Έτσι δίχως να μιλάνε. Τούτος ο χιονάνθρωπος είχε προσφέρει σε τρία παιδιά και ένα μεγάλο, τη χαρά της δημιουργίας. Κι ίσως για τον μεγαλύτερο της παρέας αυτό να ήταν πιο σημαντικό, από τους άλλους τρεις. Ένιωθε τώρα και εκείνος τόσο γαλήνιος. Είχε βοηθήσει σε κάτι που άξιζε τον κόπο. Και τα λαμπερά πρόσωπα των τριών μικρών του το αποδείκνυαν.
- Κύριε όμως να σας πω κάτι; Συμπλήρωσε ο ένας από τους τρεις, πιστεύω πως δεν μπορούμε να τον αφήσουμε και δίχως κάτι στο κεφάλι του. Το κασκόλ δε φτάνει. Τι θα λέγατε να του τοποθετούσαμε και ένα σκούφο;
Εκείνος δε φορούσε σκούφο. Ποτέ δεν του άρεσαν οι σκούφοι. Νόμιζε πως φορώντας τους, αυξάνεται η τριχόπτωση. Αλλά τώρα και τι δε θα ‘δινε να είχε έναν και να τον χάριζε στα παιδιά. Να μπορούσαν να τον τοποθετήσουν και να ολοκληρώσουν το έργο τους, όπως εκείνα ήθελαν. Κρίμα.
- Να εγώ φοράω ένα σκούφο, συνέχισε ο μικρός. Τι θα λέγατε αν του τοποθετούσαμε το δικό μου; Θα του πήγαινε πολύ.
- Δε διαφωνώ, του απάντησε. Μόνο αν μου υποσχεθείς όμως πως θα πας αμέσως μετά σπίτι σου για να μη κρυώσεις. Μένεις μακριά;
- Όχι, όχι εδώ απέναντι. Έτσι και αλλιώς πρέπει να γυρίσω τώρα. Θα με ψάχνει και η μάνα μου.
Ο μικρός έβγαλε από το κεφαλάκι του το σκούφο και του τον έδωσε. Εκείνος τον πήρε στα χέρια και διατηρώντας την ίδια προσοχή με πριν, τον τοποθέτησε στο χιονάνθρωπο. Όντως τώρα ήταν πολύ πιο όμορφος. Τα παιδιά το καταχάρηκαν. Έλεγαν πως θα ερχόταν κάθε μέρα να τον βλέπουν. Θα τον έδειχναν και στους υπόλοιπους φίλους τους, για να ζηλεύουν με αυτό που εκείνα είχαν καταφέρει να φτιάξουν. Έδειχναν ευτυχισμένα. Ύστερα ως παιδιά με καθαρή καρδιά και καθόλου αχαριστία μέσα τους, τον ευχαρίστησαν εγκάρδια προσφέροντας του το καθένα μια αγκαλιά.
- Είστε πολύ καλός κύριε. Ποτέ ένας μεγάλος δε μας έχει βοηθήσει τόσο. Μακάρι ο πατέρας μου…
- Ο πατέρας σου θα δουλεύει σκληρά για να μη σου λείπει εσένα τίποτα. Εμπρός τώρα! Πηγαίνετε σπίτια σας, να μην ανησυχούν οι γονείς σας. Δεν πρέπει να αργήσετε. Ειδικά μια τέτοια μέρα.
Τα παιδιά τον ευχαρίστησαν ξανά και τράβηξαν προς την έξοδο της παιδικής χαράς. Τα έβλεπε να απομακρύνονται και αισθανόταν να τον πλημμυρίζει ένα αγνό αίσθημα αθωότητας, που η ζωή τον έκανε να χάσει πρόωρα. Αναγκάστηκε τελικά να ενηλικιωθεί πιο γρήγορα από όσο έπρεπε. Τώρα το καταλάβαινε. Αλλά δε γινόταν αλλιώς. Ειδικά μετά το θάνατο του πατέρα του έπρεπε να αντικαταστήσει την παρουσία του στο σπίτι. Βέβαια αυτό το κενό της ηλικιακής ξεγνοιασιάς, ίσως να τον μετέτρεψε στο χαρακτήρα που ήταν. Τον εσωστρεφή και απροσάρμοστο. Τι τα ‘θελε και τα σκεφτόταν τώρα όλα αυτά;
- Παιδιά τους φώναξε από μακριά. Προσέξτε μόνο να προστατέψετε το χιονάνθρωπο από τους μεγαλύτερους σας. Προσέξτε…
Οι μικροί απάντησαν καταφατικά, μάλλον χωρίς να πολύ- καταλαβαίνουν τι εννοούσε. Πάντως δίχως να μπορεί να εξηγήσει πως, ο πόνος από το χτύπημα στην πλάτη είχε περάσει. Οι σουβλιές είχαν με κάποιο τρόπο σταματήσει και ας μη κάθισε σχεδόν καθόλου τελικά σε εκείνο το παγκάκι για να ξεκουραστεί. Παράξενα πράγματα που γίνονται σήμερα! Είδε τα παιδιά να βγαίνουν από την έξοδο, έριξε μια ματιά στο χιονάνθρωπο δίπλα του και έπειτα άναψε ακόμα ένα τσιγάρο.
Κοίταξε το ρολόι του. Είχε αργήσει. Τριγυρνώντας εδώ και εκεί, δεν είχε καταλάβει πως είχε περάσει η ώρα. Έπρεπε να βιαστεί. Από το σημείο της πόλης που βρισκόταν τώρα οι εγκαταλελειμμένες αποθήκες του λιμανιού απείχαν σίγουρα κανα σαραντάλεπτο με τα πόδια. Στην καλύτερη. Δε θα προλάβαινε έτσι. Έπρεπε να πάρει ταξί. Κατευθύνθηκε προς μία κεντρική λεωφόρο. Κάποιο ταξί θα μπορούσε να πάρει από εκεί. Το χιόνι είχε σταματήσει εξάλλου από το απόγευμα και δεν υπήρχαν σημαντικά προβλήματα κυκλοφορίας. Μονάχα οι παγωμένοι δρόμοι που απαιτούσαν προσοχή. Έπρεπε να βρει όμως γρήγορα κάποιο ταξί. Δε γινόταν να πέσει έξω στο χρονοδιάγραμμα του. Θα ‘χε έτσι αποτύχει. Θα ‘χε αργήσει στο ραντεβού του.
Οι νησίδες της λεωφόρου καμάρωναν φορώντας τα εορταστικά λαμπιόνια που εξέπεμπαν με ένα φως ζωηρό. Λίγα αυτοκίνητα κινούνταν βιαστικά προκειμένου να προλάβουν να φτάσουν έγκαιρα στον προορισμός τους, πριν οι επιβαίνοντες κάνουν Πρωτοχρονιά εντός τους. Εκείνος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Η ώρα περνούσε και ακόμα δεν είχε φανεί κάποιο ταξί. Μα πως στο καλό τα ‘χε καταφέρει πάλι έτσι; Είχε τόσο χρόνο μπροστά του σήμερα και θα έφτανε όπως έδειχναν τα πράγματα τελευταία στιγμή. Αν τα κατάφερνε δηλαδή κιόλας.
Βέβαια δεν είχε δει και λίγα σήμερα. Πιθανότατα είχε ζήσει μια από τις πιο γεμάτες μέρες της ζωής του. Έγινε ένα με μία παρέα αγνώστων και ξεφάντωσε σε ένα καφενείο που αγνοούσε μέχρι σήμερα την ύπαρξη του, έκανε ένα δώρο στον εαυτό του που τον ικανοποιούσε πραγματικά, απέσπασε το ενδιαφέρον μιας όμορφης κοπέλας, ενώ έκανε και τρία πιτσιρίκια ευτυχισμένα βοηθώντας τα να φτιάξουν ένα χιονάνθρωπο. Όχι και λίγα πράγματα σε διάστημα μιας μέρας. Σαν να ‘χε συναντήσει σε αυτή την τελευταία του έξοδο, έναν άλλον κόσμο, που κατοικούνταν από άλλους ανθρώπους διαφορετικούς από αυτούς που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα. Ίσως αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν όλα αυτά τα είχε δει και τα είχε ζήσει αρκετό καιρό πιο πριν, ίσως εκείνος να ήταν και εκείνος πολύ διαφορετικός σήμερα. Ίσως να μην ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τα πάντα. Ίσως να γλίτωνε. Μα τι του ‘ρθε τώρα; Ήξερε πως δε θα γλίτωνε ποτέ.
Το ταξί άναψε αλάρμ και σταμάτησε δίπλα του μόλις αντιλήφθηκε το σήμα του. Ένα μεγάλο αυτοκίνητο δεκαετίας στάθηκε. Ο οδηγός ένας ταλαιπωρημένος πενηντάρης με ζαρωμένο πρόσωπο, κατέβασε το τζάμι και τον κοίταξε από πάνω ως κάτω λες και τον ζύγιζε με το μάτι. Εκείνος ένιωσε κάπως αμήχανα και πήγε γρήγορα να μπει στο όχημα από την πίσω πόρτα. Είχε αργήσει και είχε αρχίσει να αγχώνεται.
- Για στάσου κύριος, του φώναξε ο οδηγός πριν ακόμα μπει μέσα στο ταξί. Δε θα μου πεις πρώτα που πας; Να δω και γω αν μπορώ να σε εξυπηρετήσω.
- Ε, στο παλιό λιμάνι μόνο αν μπορείτε να βιαστείτε λίγο.
- Και τι θα κάνεις εκεί τέτοια ώρα; Πολλά έχουν δει τα μάτια μου. Δεν πιστεύω να ‘σαι κανά κλεφτρόνι. Να ξέρεις οπλοφορώ.
- Σας μοιάζω για κλέφτης κύριε; Τι είναι αυτά που λέτε;
- Μα αν οι κλέφτες έμοιαζαν για κλέφτες δε θα μπορούσαν να κλέψουν γιατί θα τους καταλάβαιναν από τη μούρη.
Έπρεπε πάσει θυσία να πείσει αυτόν τον δύσπιστο ταξιτζή να τον πάρει μαζί του. Ο χρόνος κυλούσε πλέον εναντίον του. Δεν ήξερε αν θα προλάβαινε, αν περίμενε να περάσει άλλο ταξί. Του εξήγησε πως κάπου εκεί κοντά στο παλιό λιμάνι τον περίμενε μια παρέα σε ένα σπίτι. Τα σπίτια βέβαια εκεί ήταν λίγα και τα κακόφημα στέκια πολλά, οπότε οι δισταγμοί του άλλου αυξανόταν. Του μίλαγε με ύφος που έμοιαζε σαν να τον ικέτευε σαν να του ζήταγε να τον λυπηθεί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ύστερα του πρότεινε να του προπληρώσει τη διαδρομή, όσα χρήματα εκείνος ήθελε. Δεν τον ένοιαζαν τα χρήματα. Δεν τα χρειαζόταν εκεί που θα πήγαινε. Να προλάβει ήθελε μόνο. Ο ταξιτζής το σκέφτηκε λίγο και του πρότεινε ένα ποσό. Εκείνος δίχως να διστάσει στιγμή έβγαλε το πορτοφόλι για να του το δώσει. Εν τέλει τα κατάφερε και ο άλλος του έκανε νόημα να μπει. Όσα επιχειρήματα και να χρησιμοποιήσεις τελικά, τα λεφτά αποτελούν το πιο ισχυρό επιχείρημα σε τούτο τον κόσμο.
- Θα κάτσεις όμως εδώ μπροστά μαζί μου, απαίτησε ο ταξιτζής. Θέλω να βλέπω τι κάνεις.
Εκείνος υπάκουσε δίχως δεύτερη σκέψη. Τι να κάνει όφειλε να υποστεί τις ιδιοτροπίες του άλλου προκειμένου να προφτάσει. Είχε και ο ταξιτζής τα δίκια του βέβαια. Ετούτη η πόλη είχε γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη. Κάθε μέρα άκουγες για φόνους και ληστείες. Και όταν έρχεται κάποιος και σου ζητάει να τον μεταφέρεις, λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος μάλιστα, σε ένα κακόφημο μέρος, είναι λογικό να τον υποπτεύεσαι. Ίσως και εκείνος το ίδιο να έκανε στη θέση του.
Στην αρχή ο ταξιτζής οδηγούσε και του έριχνε κλεφτές ματιές. Ακόμα φαίνεται δεν είχε πειστεί τελείως για τη φερεγγυότητα του. Οδηγούσε κάπως νευρικά. Εκείνος κοιτούσε ξανά και ξανά το ρολόι του. Εντεκάμιση. Θα προλάβαινε αν όλα πήγαιναν καλά. Και που να ‘ξερε τούτος ο ταξιτζής, πως η μοίρα είχε διαλέξει, να είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θα τον έβλεπε ζωντανό!
Στην παρακάτω διασταύρωση, καθώς εκείνοι περίμεναν στο φανάρι, ένα αυτοκίνητο πέρασε με κόκκινο και παραλίγο να τρακάρει με ένα φορτηγάκι που έστριβε εκείνη την ώρα. Ο οδηγός του δεύτερου οχήματος απάντησε με κόρνες και βρισιές. Ο ταξιτζής έκανε το ίδιο «στολίζοντας» με λογής- λογής επίθετα τον οδηγό του αυτοκινήτου που παρανόμησε.
- Τα βλέπεις; Του είπε ξαφνικά. Εμείς που είμαστε όλη μέρα στο δρόμο βλέπεις πόσο κινδυνεύουμε; Του τη δίνει ξαφνικά ενός μ..α και πέφτει πάνω σου. Και τι θα κάνει εμένα η γυναίκα μου μετά; Πως θα τα καταφέρει; Ας όψεται η τύχη μου η μαύρη που ακόμα και τέτοια μέρα δουλεύω. Και η άλλη στο σπίτι είναι μόνη της, άρρωστη γυναίκα. Λεφτά βλέπεις. Χρειαζόμαστε λεφτά. Δε γίνεται αλλιώς. Του διαόλου εφεύρεση είναι τα άτιμα. Λεφτά!
Τον παρακολουθούσε να μονολογεί δίχως να θέλει να τον διακόψει. Καταλάβαινε πως έτσι ξεσπούσε. Φαινόταν πως είχε και αυτός τον δικό του πόνο, το δικό του σταυρό να κουβαλήσει. Οι περισσότεροι κάποια στιγμή περνούσαν σε τούτη τη ζωή, ένα μοναχικό προσωπικό Γολγοθά. Τα προβλήματα γινόταν θλίψη και η θλίψη μεταμορφωνόταν σε καρφιά, που κάρφωναν τον καθένα πάνω στο σταυρό του. Ο κερδισμένος τελικά ήταν αυτός που μπορούσε, που είχε τη δύναμη να αναστηθεί, μετά τη σταύρωση του. Εκείνος που μπορούσε να επανέλθει στη ζωή δριμύτερος. Αυτός βέβαια ήξερε για τον εαυτό του πως δεν είχε καμιά τέτοια δύναμη. Ίσως να έφταιγε πως η ζωή του τελικά πάντα αποτελούσε Γολγοθά για τον ίδιο. Και η πίστη μια ανάστασης είχε χαθεί εδώ και καιρό.
Απομακρυνόταν σιγά-σιγά από το κέντρο και έπαιρναν το δρόμο για το παλιό λιμάνι. Τώρα πια δεν έβλεπες άνθρωπο να κυκλοφορεί έξω. Οι δρόμοι από δω και πέρα ήταν πιο ήσυχοι, πιο σκοτεινοί. Κινούνταν σχετικά αργά, μιας και η παγωμένη άσφαλτος δεν προσφερόταν για παραπάνω ταχύτητα. Όπως και να ‘χε σε κανα δεκάλεπτο θα έφταναν. Ύστερα θα πήγαινε εκεί στο αγαπημένο του μέρος στις παλιές αποθήκες της αποβάθρας και θα έπαιρνε το παλιό κυνηγητικό όπλο του πατέρα που είχε κρύψει προσεχτικά πριν δυο μέρες, μέσα σε κάτι ξεχασμένα κιβώτια, για να μη το κουβαλάει πάνω του. Από κει και πέρα ο χρόνος θα μετρούσε αντίστροφα για κείνον.
Τα πλευρικά τζάμια του ταξί είχαν θαμπώσει από την υγρασία. Το καλοριφέρ του οχήματος, ήτανε γυρισμένο στη μέγιστη ένδειξη θερμοκρασίας και έκανε αρκετή ζέστη. Πλησίαζαν. Τον κύκλωνε μία αίσθηση χαράς αναμεμιγμένη με ένα άλλο παράξενο αίσθημα. Φόβος! Όχι δεν έπρεπε να τον καταβάλει τώρα κάτι τέτοιο. Όχι, όχι δεν έπρεπε να φοβηθεί. Η απόφαση ήταν ειλημμένη. Και οριστική. Άρχισε να ιδρώνει. Δεν ήταν καλό σημάδι αυτό. Μπορεί να ‘φταιγε και όλη η θερμότητα που εξέπεμπε τούτο το καλοριφέρ. Μπορεί και όχι.
- Για πες τώρα αλήθεια, για ποιον λόγο έρχεσαι εδώ; Κάτι παλιόσπιτα έχουν απομείνει γύρω από το λιμάνι και κάτι σπίτια από τα άλλα. Είσαι από αυτούς που ψάχνουν συντροφιά σε τέτοια μέρη; Εμένα δε με απασχολεί. Αφού δεν είσαι κλέφτης όλα καλά. Απλά παραξενεύομαι.
Ο ταξιτζής είχε τώρα τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο ενώ ξεστόμιζε τούτα τα λόγια. Εκείνος τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν περιείχε θυμό. Όχι δε θύμωνε ούτε από το θράσος του άλλου, ούτε από την καχυποψία του. Συντροφιά; Σε αυτό το μέρος πάντα έβρισκε μια συντροφιά, ψεύτικη, μα τόσο αληθινή ταυτόχρονα. Αυτό όμως δεν μπορούσε να του το εξηγήσει . Και να ‘θελε δηλαδή. Υπάρχουν πολλά που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι για τους ανθρώπους. Κι όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι, προτιμούν να προσποιούνται πως δεν το βλέπουν ή πως δεν υπάρχει.
- Ξέρεις πολλούς που ζητούν συντροφιά σε τέτοια μέρη; Προτίμησε να του απαντήσει με μια ερώτηση, ίσα για να συνεχίσουν την κουβέντα.
- Ου, ένα σωρό, απάντησε ο ταξιτζής κόβοντας το τιμόνι δεξιά σε μια στροφή. Να σου πω εγώ ιστορίες για κούρσες που έχω κάνει εδώ κάτω. Αλλά εσύ ρε παιδί μου δε μοιάζεις με δαύτους. Σαν κάτι άλλο να έχεις στο μυαλό σου. Λιγομίλητος είσαι, μελαγχολικός. Κάτι άλλο ψάχνεις. Κάτι άλλο.
Δεν του απάντησε τώρα γιατί δεν είχε κάτι να του πει. Προσπαθούσε να δει έξω από τα θολωμένα τζάμια. Τα ‘ξερε αυτά τα μέρη, όπου να ‘ναι θα φτάνανε. Μπορεί να προλάβαινε να κάνει και ένα τσιγάρο τελευταίο. Όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν, όπως τόσο καιρό είχε σχεδιάσει. Επιτέλους θα λυτρωνόταν. Και αυτό τον ξαφνικό παλμό στην καρδιά, που όλο και αύξανε τους ρυθμούς του θα τον κατεύναζε για να ολοκληρώσει το σχέδιο του. Όλα ήταν προγραμματισμένα με ακρίβεια δευτερολέπτου. Πραγματικά.
- Εμένα που λες κύριε, ξαναμίλησε ο ταξιτζής, με έχει χτυπήσει άσχημα η μοίρα. Σου ‘πα πριν πως έχω τη γυναίκα μου άρρωστη. Μη φανταστείς κανά κρυολόγημα. Βαριά πολύ. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ούτε να το ξεστομίσω δεν μπορώ. Και δεν είμαι τώρα κοντά της, μια τέτοια μέρα, ξέρεις γιατί; Γιατί οι γιατροί και τα νοσοκομεία μας τα φάγαν όλα. Και πάρε χειρουργεία και φάρμακα και θεραπείες. Δουλεύω τώρα είκοσι ώρες τη μέρα. Αλλά δε γίνεται αλλιώς. Πρέπει να κάνω το χρέος μου απέναντι στην κυρά. Όσο ακριβά και να ‘ναι όλα τούτα εγώ πρέπει να βρω τα λεφτά. Στα λέω όλα αυτά για να μη νομίσεις πως είμαι κανένας αλητήριος, που τον νοιάζουν μόνο τα φράγκα, επειδή με πλήρωσες μπροστά. Για εκείνη τα κάνω όλα. Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά. Απλά θέλω κάπου να τα πω. Και συ φαίνεσαι εντάξει τελικά. Έτσι νομίζω.
Αυτή η ξαφνική εξομολόγηση τον συντάραξε απότομα. Και όντως του είχε αλλάξει την αρχική γνώμη που είχε σχηματίσει για αυτόν εδώ τον πενηντάρη οδηγό. Στην αρχή σκέφτηκε πως ανήκει και αυτός στην κατηγορία των παραδόπιστων που στην όψη λίγου παραπάνω χρήματος, ξεχνούν κάθε δισταγμό. Όμως αυτός δεν ήταν έτσι τελικά. Είχε ένα λόγο, ένα σκοπό που τα κανε όλα. Και ο λόγος αυτός ήταν ένας άλλος άνθρωπος όπως παραδεχόταν. Αυτό και αν ήταν σημαντικό. Ένας άνθρωπος που μπορεί να δέχεται και να δίνει τόσο δυνατά συναισθήματα του αξίζει να ζει και να πασχίζει γι’ αυτό. Καταλάβαινε τώρα τη διαφορά μεταξύ τους. Εκείνος μάλλον ούτε μπορούσε να δεχτεί, ούτε να δώσει τίποτα πλέον.
- Απλά προσπάθησε να μη κουράζεσαι τόσο. Για να αντέξεις στο λέω. Του είπε τώρα εκείνος συμπονετικά.
- Να σου πω κάτι φίλε; Ας κατάφερνε να ζήσει εκείνη και γω θα δούλευα έτσι όχι μία, αλλά τρεις ζωές συνεχόμενα. Ας τα κατάφερνε μόνο και στο ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό, είπε και τα μάτια του θόλωσαν όπως τα πλευρικά τζάμια του οχήματος.
Του ζήτησε να τον αφήσει μπροστά στην παλιά είσοδο του λιμανιού. Ο ταξιτζής παραξενεύτηκε ξανά και του είπε πως τα σπίτια απείχαν και άλλο ακόμα από αυτή εδώ την ερημιά. Του εξήγησε πως ήθελε να περπατήσει λίγο και αφού τον καληνύχτησε και του ευχήθηκε καλή δύναμη βγήκε από το αυτοκίνητο. Ο ήχος της θάλασσας έφτανε τώρα στα αυτιά του, τόσο ελκυστικός όπως το τραγούδι των Σειρήνων για τον Οδυσσέα.
Προχωρούσε ανάμεσα σε κάτι άδεια κτίρια, κατάλοιπα μιας άλλης εποχής πιο ένδοξης, γι αυτό εδώ το μέρος. Πατούσε πάνω σε σκουπίδια και υπολείμματα, ενώ για να κόψει δρόμο όπως ήξερε προς τις αποθήκες, πήδηξε πάνω από ένα τσακισμένο συρματόπλεγμα. Πόση ησυχία επικρατούσε εδώ πέρα! Μόνο τα κύματα καθώς συναντούσαν με φόρα τις άκρες του λιμανιού, ανέκοπταν αυτήν την ηρεμία με το θόρυβο που έκαναν στο σκάσιμο τους. Ήταν όμορφος τούτος ο θόρυβος όμως! Δεν ήταν θόρυβος μελωδία ήταν!
Είχε φτάσει πια, στο μέρος που είχε αγαπήσει περισσότερο στη ζωή του. Κοίταξε τριγύρω. Ήταν πάντα το ίδιο οικείο και σπλαχνικό για κείνον, ποτέ δεν του ‘χε αρνηθεί τη φιλοξενία του. Βρισκόταν ανάμεσα από τις δύο αποθήκες, που άλλοτε χωρούσαν εμπορεύματα και αργότερα έμαθαν να χωράνε τον καημό του. Μπροστά του η αποβάθρα και ακόμα πιο μπροστά η θάλασσα. Δεν μπορούσε κανένας να τον δει, κανένας να τον βρει ποτέ εδώ πέρα. Κάθε φορά που ερχόταν ήταν σα να διέφευγε για λίγο σε ένα κόσμο άλλο που είχε δημιουργηθεί μόνο για κείνον και ύστερα σαν ησύχαζε, επανερχόταν ξανά στον πλανήτη, στην πόλη, στους ανθρώπους.
Έσπρωξε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα της αποθήκης στα αριστερά και μπήκε σε ένα σκοτεινό χώρο που μύριζε κλεισούρα και σάπιο ξύλο. Δε χρειαζόταν φως, ήξερε που υπήρχε κάθε τι μέσα σε αυτή την αποθήκη. Προχώρησε ίσια και συνάντησε μπροστά του τρία κιβώτια που βρισκόταν στη σειρά. Σήκωσε το καπάκι από το μεσαίο και έβγαλε από μέσα μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Πέταξε τη σακούλα κάτω και κράτησε το κυνηγητικό όπλο του πατέρα του, στα χέρια του.
Βγήκε ξανά έξω και έκατσε σε ένα κίτρινο κάβο που υπήρχε για να δένουν άλλοτε τα πλοία. Σε αυτό τον κάβο καθόταν τις περισσότερες φορές. Ή άλλοτε όταν ήθελε να νιώθει τη θάλασσα ακόμα πιο κοντά του κατέβαινε πιο κοντά στην άκρη του λιμανιού και καθόταν με τα πόδια με τα πόδια μετέωρα. Κοίταξε το ρολόι του. Δώδεκα παρά δέκα. Δέκα λεπτά απέμεναν πια μονάχα. Κρατούσε το όπλο σφιχτά στο δεξί του χέρι. Με το αριστερό έκανε να σιγουρευτεί ακόμα μια φορά, πως είχε μαζί του το σημείωμα που είχε γράψει. Το επιβεβαίωσε και ανακουφίστηκε.
Αλίμονο αν μπορούσε να πει πως ήταν ήρεμος, παρόλα αυτά τούτη την ώρα. Μια αγωνία έντονη κυλούσε στις φλέβες του, ενοχλώντας τον σφυγμό του και κάνοντας τον να ακούγεται δυνατά. Όλα ήταν όπως ακριβώς τα ‘χε υπολογίσει. Όλα θα γινόταν όπως τα ‘χε σκεφτεί. Όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ήξερε τι. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Μήπως δεν ήταν σίγουρος; Όχι, σίγουρος ένιωθε δεν ήταν αυτό. Ε, τότε τι; Ας χαλάρωνε λίγο και σε λιγότερα από εφτά λεπτά θα τέλειωναν όλα. Θέλησε να προβάρει για να ναι σίγουρος, τοποθετώντας την κάνη του όπλου στην καρδιά του. Την κίνηση που θα ήταν και η τελευταία του.
Του ‘ρθε στο μυαλό ξανά ετούτη η μέρα που κύλησε αλλιώτικα από τις άλλες. Που οι άνθρωποι του αποκαλύφτηκαν διαφορετικά, με ένα άλλο πρόσωπο από αυτό που τον είχαν συνηθίσει. Τον άκουσαν, τον πρόσεξαν, ζήτησαν την παρέα του, την προσοχή του ακόμα και τη βοήθεια του. Του εκμυστηρεύτηκαν μέχρι και το δικό τους πόνο, μοιράστηκαν μαζί του τη δική τους αλήθεια. Αν δε γινόταν όλα αυτά σήμερα, μάλλον θα έφευγε με λάθος εντύπωση. Μέχρι τώρα πίστευε πως χωρίς να τους κατηγορεί, εκείνος δεν ταίριαζε μαζί τους, δεν μπορούσε να συμβιώσει στον κόσμο τους. Σήμερα τελικά είχε αναθεωρήσει. Είχαν κοινά σημεία, κοινές πτυχές και εκείνοι αισθανόταν τελικά, δεν είχαν καταντήσει τα ρομπότ που τόσο καιρό πίστευε. Αυτός απλά έφταιγε για όλα, που δεν είχε δώσει σε κανένα την ευκαιρία να τον πλησιάσει. Να του αποκαλυφτεί, όπως έγινε σήμερα. Να του δείξει την άλλη πλευρά του νομίσματος, την ειλικρινή ανθρώπινη υπόσταση. Τώρα ήταν πια πολύ αργά.
Κοίταξε προς το βάθος του ορίζοντα, στη σκοτεινή θάλασσα. Του φάνηκε πως είδε κάποιον να στέκεται εκεί πάνω από τα κύματα. Μια στιγμή μονάχα και ύστερα χάθηκε. Του έμοιαζε, όχι δεν ήταν δυνατόν παραισθήσεις θα είχε, του φάνηκε όμως πως ήταν εκείνος. Ο πατέρας του, σαν να πέρασε από μακριά για να τον χαιρετήσει. Να τον καληνυχτίσει, όπως τότε που ήτανε παιδί και κάθε βραδύ περνούσε από το μικρό του δωμάτιο, να του πει ένα γεια πριν κοιμηθεί.
- Έρχομαι, ψέλλισε, έρχομαι πατέρα.
Το ρολόι έδειχνε πλέον δώδεκα παρά τρία. Έβαλε ξανά το όπλο να τον σημαδεύει για να νιώσει έτοιμος. Έκλεισε τα μάτια και έσφιξε τα δόντια δυνατά, τόσο δυνατά που νόμισε πως θα σπάσουν. Τα χέρια του άρχισαν να χάνουν τη σταθερότητα τους. Έτρεμαν. Δεν έπρεπε τώρα να τον νική σει τίποτα. Τρία λεπτά ακόμα. Σε λίγο θα ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση. Το τέλος μίας ακόμα χρονιάς και το τέλος του ίδιου. Το χέρια του έτρεμαν ακόμα περισσότερο. Υπομονή χρειαζόταν για λίγο ακόμα.
- Ρε φίλε τρελάθηκες; Τι πας να κάνεις;
Δεν μπορεί να άκουσε τώρα φωνή. Δεν μπορεί να βρισκόταν κανένας εδώ πέρα. Θα ήταν πάλι παραισθήσεις όπως η εικόνα του πατέρα του πριν. Μπορεί τις τελευταίες σου στιγμές να τρελαίνεσαι, να χάνεις τα λογικά σου. Μάλλον αυτό συνέβαινε. Άνοιξε όμως σιγά-σιγά τα μάτια για να σιγουρευτεί. Τότε τον είδε να τρέχει προς το μέρος του. Ερχόταν από τον ίδιο σύντομο δρόμο που και εκείνος είχε έρθει σε αυτό το μέρος. Τι ήθελε τώρα εδώ πέρα; Πετάχτηκε από τον κάβο.
- Τι θέλεις εσύ εδώ; Φύγε!
- Σε παρακολούθησα, απάντησε ο άλλος λαχανιασμένος. Όταν σε άφησα στην είσοδο του λιμανιού και σε είδα να μπαίνεις εδώ μέσα, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με σένα. Και είχα δίκιο.
- Ωραία και τι θες τώρα; Δεν μπορώ να κάνω πίσω! Φύγε σε παρακαλώ!
Ο ταξιτζής είχε φτάσει πλέον κοντά του σε απόσταση αναπνοής.
- Δώσε μου το όπλο. Δε θα σε αφήσω να το κάνεις.
Εκείνος τα ‘χασε. Πρέπει να απέμενε λιγότερο από ενάμιση λεπρό για την αλλαγή και αυτός ο ταξιτζής φαινόταν διατεθειμένος να του τα χαλάσει όλα. Κάτι έπρεπε να κάνει. Στάθηκε ένα βήμα πίσω. Γύρισε το όπλο προς το μέρος του. Τον σημάδευε τώρα. Δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον κρατήσει μακριά.
- Φύγε σε παρακαλώ δε θέλω να σου ρίξω, του φώναξε.
- Δε με νοιάζει τι θα κάνεις. Εγώ δεν πάω πουθενά. Ξέρεις τι είσαι; Αχάριστος! Πας να πετάξεις το μεγαλύτερο δώρο που σου δόθηκε ποτέ. Την ίδια σου τη ζωή. Έχω μια γυναίκα σπίτι, που αργοπεθαίνει. Παλεύει με νύχια και με δόντια να ζήσει όμως και ακόμα δεν το ‘χει βάλει κάτω. Και εσύ τώρα τα παρατάς έτσι; Δεν πρόκειται να σε αφήσω. Ρίξε μου αν θες. Δεν πάω πουθενά.
- Φύγε σου λέω. Έχεις ένα λεπτό να το κάνεις!
Ο άλλος δίχως να διστάσει χύθηκε πάνω του. Προσπαθούσε να του πάρει το όπλο. Εκείνος αντιστεκόταν με σθένος. Παλεύανε τώρα σαν δύο άγρια ζώα που διεκδικούν την ίδια τροφή. Ρίχτηκαν κάτω. Η μάχη μεταξύ τους αμφίρροπη. Ο ταξιτζής μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά πιο χεροδύναμος, εκείνος νεότερος, πιο αδύναμος αλλά αποφασισμένος. Τριάντα δευτερόλεπτα. Συνέχιζαν να παλεύουν. Προσπαθούσε να τον απωθήσει μακριά από το όπλο. Τον έσπρωχνε με δύναμη. Ο άλλος δεν το ‘βαζε κάτω. Το κρατούσε σφιχτά και δεν το άφηνε. Είκοσι δευτερόλεπτα. Σε όλες τις γωνιές της χώρας, στα περισσότερα μέρη του πλανήτη, μετρούσαν περιμένοντας να την αλλαγή. Εκείνοι ακόμα πάλευαν. Δέκα δευτερόλεπτα. Ο ταξιτζής χτυπώντας τον δυνατά με το πόδι, εκμεταλεύτηκε τον πόνο που του προκάλεσε και του απέσπασε το όπλο. Σηκώθηκε γρήγορα καθώς εκείνος κείτονταν ακόμα στο τσιμέντο. Τρία, δύο, ένα…
Βεγγαλικά φάνηκαν στον ουρανό. Η πόλη υποδεχόταν τον καινούριο χρόνο με τον δικό της τρόπο. Οικογένειες, φίλοι, ζευγάρια αντάλλασσαν μεταξύ τους ευχές που περιλάμβαναν τις λέξεις υγεία, αγάπη, ευτυχία. Ο ταξιτζής βαριανάσαινε κρατώντας σφιχτά το όπλο. Εκείνος προσπαθούσε ακόμα να σηκωθεί. Όταν τα κατάφερε δίχως να μιλήσει καθόλου έκατσε ξανά στον κάβο, όπως ακριβώς καθόταν όταν τον είχε βρει ο άλλος. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού και έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα. Άναψε ένα κοιτώντας μακριά προς τη θάλασσα. Ο ταξιτζής τον πλησίασε.
- Συγνώμη για την κλωτσιά. Δε γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσα να σε αφήσω να το κάνεις. Όχι μόνο για σένα. Ούτε για μένα. Για κείνη. Δε θα μου το συγχωρούσε ποτέ αν άφηνα κάποιον να δώσει τέτοιο τέλος στη ζωή του.
Αυτός συνέχιζε να καπνίζει δίχως να τον κοιτά. Παρατηρούσε τη θάλασσα, καθηλωμένος, σαν ένα φαινόμενο που έβλεπε πρώτη φορά. Ο ρυθμός των κυμάτων όλο και δυνάμωνε. Ξαφνικά έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος του ταξιτζή που στεκόταν δίπλα του, κρατώντας ακόμα το όπλο.
- Τώρα το κατάλαβα. Ξέρεις τι περίμενα τόσο καιρό; Κάποιον να έρθει για να με σώσει. Αυτό προσδοκούσα περισσότερο από όλα.
Ο άλλος αναθάρρεψε. Ανακουφίστηκε. Απόψε είχε σώσει λοιπόν έναν άνθρωπο. Ίσως να γινόταν ένα θαύμα και να μπορούσε να σώσει και εκείνη. Αν δεν περνούσε από κείνο το σημείο στο κέντρο, αν δεν τα βρίσκαν στα χρήματα για την κούρσα, αν δεν τον μετέφερε αυτός εδώ πέρα, τώρα μάλλον εκείνος θα το ‘χε κάνει. Είχε γλιτώσει κάποιον απόψε και ένιωθε τώρα περήφανος και ευτυχισμένος. Ίσως λοιπόν να μπορούσε από αυτό, να αντλήσει τη δύναμη για να καταφέρει να βοηθήσει να σωθεί μια ζωή, που αγαπούσε περισσότερο από τη δική του.
Εκείνος αποτελείωσε το τσιγάρο του και το πέταξε στη θάλασσα. Έβαλε ξανά το χέρι στην τσέπη και έπιασε εκείνο το σημείωμα. Το έκοψε σε κομμάτια και το παρέδωσε στην αγκαλιά του αέρα, που φυσούσε δυνατά. Από εδώ και πέρα είχε πολλά να κάνει. Και ακόμα περισσότερα να μοιραστεί. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν πολλά να του δώσουν και εκείνος να ανταποκριθεί δίνοντας τους ακόμα περισσότερα. Το ‘χε διαπιστώσει αυτό σήμερα. Σήμερα που ένας καινούριος χρόνος ξεκινούσε. Μαζί με μία καινούρια ζωή για κείνον.
- Λοιπόν το αποφάσισα, μίλησε ο ταξιτζής, είναι ώρα να γυρίσω στη γυναίκα μου. Αρκετά την άφησα μόνη της. Θέλεις κάπου να σε πάω; Αυτή τη φορά δωρεάν!
- Ναι νομίζω, πως με περιμένει μια φίλη σε ένα μπαρ στο κέντρο, του απάντησε και σηκώθηκε από τον κάβο.
- Και το όπλο;
Εκείνος πήρε το παλιό κυνηγητικό όπλο, από τα χέρια του ταξιτζή και το πέταξε στη θάλασσα. Δεν του χρειαζόταν πια σε τίποτα. Δεν του άρεσαν ποτέ τα όπλα έτσι και αλλιώς. Καθώς ξεκίνησαν να περπατάνε ξανά προς την έξοδο του λιμανιού, από τον ίδιο σύντομο δρόμο, έριξε μια τελευταία ματιά προς το βάθος του ορίζοντα που άφηνε πίσω του. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος για την εικόνα που αντίκριζε. Εκείνος ήταν φυσικά. Ο πατέρας του που τώρα χαμογελούσε…
Ετικέτες;
83 μέλη
25 μέλη
20 μέλη
Δημιουργήθηκε από τον/την amilla 6 Ιουλ 2010 at 0:27. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Νοέ 9, 2010.
Δημιουργήθηκε από τον/την Λάμπρος 23 Δεκ 2010 at 11:51. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Δεκ 23, 2010.
Δημιουργήθηκε από τον/την Λάμπρος 18 Ιουν 2010 at 17:03. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Νοέ 9, 2010.
© 2012 Created by amilla.