amilla.gr

Τα θέματα παρουσιάζονται με αλφαβητικη σειρά.




Αντίο κόσμε

Σ' οθόνη άψυχη, ψυχρή,
ανθρώπους έχουν στήσει,
να σφαγιαστούν σαν πρόβατα
έχουν προμελετήσει...
Χαρίζουν πόνο κι ηδονή,
έρωτα κι αμαρτία,
τα "ζωντανά" για να κρατούν
πάντοτε σ' απαρτία...

Όλο μιλάνε δίχως πια
ουσία σ' ό,τι λένε,
υπεκφυγές, μέσα απ' το χθες
που στη φωτιά τους καίνε...
Κι είναι η αλήθεια τους κενή,
το ψέμα τους γεμάτο,
Zωή για μας ανθρωπινή,
όνειρο πια φευγάτο...

Αντίο κόσμε μου λοιπόν,
μακριά σου φεύγω τώρα,
δεν είμαι άξιος εγώ
γι' αυτή την κατηφόρα...

Δεν υπάρχουν κελιά,
δε μπορείς τώρα πια
να με δέσεις σφιχτά μ' αλυσίδες...
Έχω ανοίξει φτερά
γι' άλλου κόσμου αγκαλιά,
όνειρα έχω πολλά μα κι ελπίδες...

Απόμακροι κι ανέγγιχτοι
του κόσμου οι αφεντάδες,
ζουν για να έχουν αυλικούς
που κάνουν τεμενάδες...
Πείνα και φτώχεια, θάνατος,
άνεργοι, δυστυχία,
δεν άγγιξαν ποτέ αυτούς
που έχουν εξουσία...

Αντίο κόσμε μου λοιπόν,
μακριά σου φεύγω τώρα,
δεν είμαι άξιος εγώ
γι' αυτή την κατηφόρα...

Δεν υπάρχουν κελιά,
δε μπορείς τώρα πια
να με δέσεις σφιχτά μ' αλυσίδες...
Έχω ανοίξει φτερά
γι' άλλου κόσμου αγκαλιά,
όνειρα έχω πολλά μα κι ελπίδες...





Αυτός ο λόγος…

Αυτός ο λόγος σε κρατάει απ' το χέρι,
κατεστραμμένοι πειρατές για συνοδεία,
δεμένο μάτι και κατάμαυρο μαχαίρι,
θλιμμένα λόγια σε μια μαύρη μελωδία

αυτός ο λόγος σου χαράζει το σημάδι,
ένα παράπονο να κρέμεται απ' το στόμα,
μια προσευχή που ψιθυρίζεις στο σκοτάδι,
για κάποια θάλασσα που σε θυμάται ακόμα

αυτός οι λέξεις μεθυσμένων νοημάτων,
σαν τη φωτιά κυκλώνουνε το νου σου,
είναι τα βέλη και οι σφαίρες αισθημάτων,
μες τα ξεσπάσματα απ' τα βάθη του θυμού σου

μέσα στα τάρταρα ξυπνάς των περασμένων,
πυρακτωμένων, μυθικών και μεγαλείων,
σε παραδείσους πριγκιπάτων ξεχασμένων,
ένας θεός μέσα στα μάτια των γελοίων

μέσα στον ύπνο σου ξυπνάς, ψηλά πετιέσαι,
αυτά τα λόγια ξεγυμνώνουν το μυαλό σου,
από το δέντρο του γκρεμού σου θα κρατιέσαι
και θα γλιτώνεις απ' το φύλακα άγγελό σου

αυτός ο λόγος σε κρατάει απ' το χέρι,
λεπτά και ώρες σου σφυρίζουν σαν σαΐτες,
πάλι πιωμένος από ρούμι κι από αγέρι
γιατί ποτέ σου δεν αγκάλιασες τις ήττες.





Η νυχτερίδα

Μια νυχτερίδα έρχεται το βράδυ στ’ όνειρό μου
Πάνω στα μαύρα της φτερά φέρνει το θάνατο μου
Κι εγώ ξωθιές κι αερικά φωνάζω να την διώξουν
Μα κείνη μαύρο άλογο ζητά να πεταλώσουν.

Μέσα στη μαύρη όψη της και την πνιχτή κραυγή της
Διάβασα σκοτεινούς χρησμούς κι ένιωσα το φιλί της
Κι από λουλούδια πέτρινα της έπλεξα στεφάνι
Να την ξορκίσω και να βγει η λησμονιά σεργιάνι

Όμως ετούτη δεν ξεχνά τη μαύρη αποστολή της
Μα ιαχές κι αλλαλαγμούς με σπρώχνει στο φαρί της
Και με λαλιά ανθρώπινη γυρνάει και μου λέει
Πως είναι ο θάνατος γλυκός όταν η μέρα κλαίει.

Κι αφού στη γκρίζα μέρα μου ήλιο ποτέ δεν βλέπω
Κι είναι βαρύ κι ασήκωτο της νύχτας μου το πέπλο
Κάλιο τα νύχια της να μπουν βαθιά μες την καρδιά μου
Ν’ αφήσω εδώ τις στάχτες μου την μαύρη καταχνιά μου!

Μια νυχτερίδα έρχεται το βράδυ στ’ όνειρο μου
Πάνω στα μαύρα της φτερά φέρνει το θάνατο μου
Κι αφού κανένας πια για με στον κόσμο δεν υπάρχει
Κάλιο με τ’ όνειρο μαζί να φύγω πριν χαράξει.





Και ξεχαστήκαμε…

Σε μια γιορτή από χρώματα και τούτο ’δω το δείλι
αλλάζει ο ήλιος θάλασσες κι η μέρα σιγοσβήνει.
Σε σένα και στο πέλαγος μοιράζω τη ματιά μου,
θαρρώ πως όλα γίνονται μέσα στα όνειρά μου.

Και ξεχαστήκαμε,
μας βρήκε η νύχτα αγκαλιά, μας πλάνεψε η φύση,
μείναν’ για πάντα στην καρδιά τα χρώματα απ’ τη δύση.

Στο κάστρο τα μεσάνυχτα απ’ το παλιό κανόνι
το φεγγαράκι φάνταζε με ασημένιο αλώνι.
Θα μ’ αγαπάς μ’ ορκίστηκες και φάνηκε τραγούδι,
μες την καρδιά μου πέρασε και έγινε λουλούδι.

Και ξεχαστήκαμε,
μας βρήκε η αυγή να σε φιλώ κι η ανατολή ροδίζει,
κόκκινος ήλιος στο βουνό τη μέρα ζωγραφίζει.

Στην αύρα γλάροι παίζοντας τριγύρω απ’ το φάρο
πετούν με χάρη πάνω μας και χάνονται στον κάβο.
Πιάνεσαι απ’ τους ώμους μου κι αρχίζεις να χορεύεις,
σε μαγεμένες θάλασσες το νου μου ταξιδεύεις.

Και ξεχαστήκαμε,
έφτασ’ ο ήλιος στα μισά και στο γιαλό χορεύεις,
πόση του κόσμου η ομορφιά στον έρωτα αν πιστεύεις.





Κυριακή στην Αλκαμένους

Κυριακή στην Αλκαμένους
ποιας αγάπης και ποιου μένους
θα τυλίξω τα γιατί
με χαρτί τσαλακωμένο
από δώρο πεταμένο
στα σκουπίδια, στη βροχή.

Ποιος μαζεύει, ποιος μαζεύει τα παλιά
τις κρυμμένες αντοχές ποιος τις πουλά
να μου δώσει ένα γέλιο δανεικό
να σωθώ από αυτόν τον ενικό.

Κυριακή στην Πατησίων
θα γυρεύω στον πλησίον
δύο χάδια βιαστικά
στη χειρολαβή του τρένου
του ονείρου του χαμένου
θα κρατώ τα μυστικά.





Μακιγιάζ

Κρύβεις τα μάτια με σκιές καταδρομέα
Σφίγγεις τα χείλια με κραγιόν παραλλαγής
Θα σαι κι απόψε η γυναίκα η μοιραία
Πίσω απ` τη μπάρα της κρυστάλλινης φυγής.

Μια ηρωίδα σ’ ένα κόμικς ξεχασμένο
Ένα πανέμορφο και άγριο θηλυκό
Θα σημαδεύεις μ’ ένα βλέμμα φωτισμένο
Και θα σκοτώνεις μ’ ένα γέλιο αγγελικό.

Μα εγώ κοιτάζω στη ψυχούλα σου βαθιά
Πίσω απ` τη μάσκα και τα στρας των μαρκαδόρων
Σε βλέπω μόνη στον καθρέφτη σου μπροστά
Να ονειρεύεσαι παράδοση άνευ όρων
Μα εγώ που βλέπω στη ψυχούλα σου βαθιά
Πίσω απ` τη μάσκα και τα στρας των μαρκαδόρων
Λευκή σημαία έχει υψώσει η μοναξιά
Και ονειρεύεσαι παράδοση άνευ όρων.

Μια Αφροδίτη είσαι γυάλινη και μόνη
Από μια θάλασσα αρώματα έχεις βγει
Χειροβομβίδα με βγαλμένη την περόνη
Ο έρωτάς σου έτοιμος να εκραγεί.

Μία Αρτέμιδα σε δάσος μαγεμένο
Βέλη του έρωτα στο μάταιο σκηνικό
Θα σημαδεύεις μ’ ένα βλέμμα θολωμένο
Και θ’ αστοχείς με ένα γέλιο τραγικό.





Μοιραίες πτώσεις

Πολλές φορές στης μόνωσης την άγρια παγίδα
σαν να σαλεύει το μυαλό, σαν να νικά τον πόνο
και βρίσκομαι μια ολόχρυση φορώντας προσωπίδα
μαζί με εκείνους να πετώ που νίκησαν το χρόνο

βλέπω της Έλλης το κορμί ν’ αφήνεται σαν φύλλο
πάνω απ’ τα καταγάλανα ύδατα του Ελλησπόντου
κι ακούω να λέει: «τουλάχιστον προσπάθησα να φύγω»
λες κι είναι δυνατή η φυγή τ’ ανθρώπου απ’ το γραφτό του…

κι ακολουθώ τον Ίκαρο στην πτήση του θανάτου
να λέει: «Ικάριο δέξου με στο γαλανό σου βάθος
απ’ ότι χρόνια μ’ έδενε στα στέρεα του χωμάτου
ξέφυγα, κι ας με τη ζωή πληρώνω αυτό το λάθος»

βουίζει προς τη θάλασσα ως ρέει ο πυριφλεγέθων
και με το βλέμμα ακολουθώ μι’ ακόμη εφήβου πτώση
νεύμα μου κάνει από ψηλά ως φλέγεται ο Φαέθων
«να σ’ είχα πρώτα» , μουρμουρά, «ολόστερνή μου γνώση»

μοιραίες πτώσεις… που έβαψαν με κόκκινο τους μύθους
έρχονται και ξανάρχονται, και λέω με το μυαλό μου:
«ας ήταν να ‘πεφτα βαθιά στο βάθος της αβύσσου
να αγγίξω μόνο, ας πρόφταινα, κι εγώ τον ουρανό μου»





Ξύπνα με, βλέπω εφιάλτη

Μου λες να κάνουμε αυτό κι’ ύστερα τ’ άλλο
μα μ’ ένα χάδι μου τραβιέσαι παρά κει
μετράς αντίστροφα για κείνο το… μεγάλο
μα δε γελάς πια μ’ ένα αστείο σαν παιδί.

Απομονώνεσαι στο… όχι και στο... ίσως
κι’ εγώ γεμίζω το δωμάτιο με καπνό…
ποτέ μου δε θα το δεχτώ πως ένας ύπνος
πλάτη με πλάτη, είναι... κάτι φυσικό..
Θα συγκρουστώ με την ψυχή λένε οι διαδόσεις
γίνε η ζώνη ασφαλείας να με σώσεις...

Τώρα σε θέλω... άγγιξέ με,
τώρα μιλάω.... άκουσέ με....
Βάλε μιά βόμβα στο κρεβάτι,
ξύπνα με.... βλέπω εφιάλτη...

Η νύχτα.... αίλουρος πηδάει απ’ το μπαλκόνι
και προσγειώνεται στα πόδια μας μπροστά
ανάβω φώτα, να τη διώξω απ’ το σαλόνι
μ’ αυτή γεννά στον καναπέ μας.... δυό παιδιά.

και σκοτεινιάζει στο μυαλό μου πριν προλάβω
να βρω την πόρτα για να βγω απ’ το κελί
δεν το μπορώ πια τις ελπίδες μου να θάβω
δεν υποφέρω πια το «κάνε.... υπομονή..»
Θα συγκρουστώ με την ψυχή λένε οι διαδόσεις
γίνε η ζώνη ασφαλείας να με σώσεις...





Ο άγνωστος

Τα χρόνια που περάσανε
Δεν τα ’ζησα εγώ
Και η ζωή που μου ’τυχε
Δεν ήτανε δικιά μου
Το σώμα που αγάπησες
Κι αν είχε τ’ όνομά μου
Δε μ’ άφησε κοντά του να βρεθώ
Πονούσε και γελούσε μακριά μου.

Τα πρόσωπα που κοίταξα
Δεν τα ’βλεπα εγώ
Τα λόγια που μου είπανε
Δεν φτάσανε σε μένα
Μα κι όσα τους απάντησα
Που να’ ναι πεταμένα
Σκορπίσαν’ σαν καπνός στον ουρανό
Σαν χάδια που δεν άγγιξαν κανένα.

Εκείνος που γνωρίσατε
Δεν ήμουνα εγώ
Κι αυτός που κρύβω μέσα μου
Ποτέ μου δε θα γίνω
Παρέα μ’ έναν άγνωστο,
λοιπόν, θα παραμείνω
Τον άγνωστο τον κόσμο να κοιτώ.
Στο αίνιγμά του, αίνιγμα θα μείνω.





Ο γύρος του θριάμβου

Πως τα ‘φερε έτσι ο διάβολος, τι μαύρη γκαντεμιά
Να πιω το πρώτο σου φιλί, σ’ αυτή την ερημιά
Σε πολιόρκησα πολύ, καμιά πενταετία
Θα ‘πρεπε να ‘χει κάμερες, ρεπόρτερς, συνεργεία.

Ο άθλος δίχως θεατές, καμιά δεν έχει αξία
Κι έστησα άλλο σκηνικό, με λίγη φαντασία
Πως είναι Εθνική Γιορτή, μπάντες, φωτοβολίδες
Και είστε όλοι σας εκεί, γεμάτες οι κερκίδες.

Εκεί στο βάθος δεξιά, με δαγκωμένα χείλια
Έβαλα φίλους καρδιακούς, σκασμένους απ’ τη ζήλια
Κι εκεί στην άκρη αριστερά, αντικριστά μ’ εμένα
Ένα παλιό μου έρωτα, σε κάρβουνα αναμμένα.

Και δεν χαλάρωσα στιγμή, μην πάνε όλα χαμένα
Είχα τα μάτια μου ανοικτά, τ’ αυτιά μου τεντωμένα
Γι’ αυτό δεν ένοιωσα φιλί, δεν είδα αστεράκια
Άκουγα γύρω μου φωνές, μπράβο βρε τυχεράκια.

Μόνο μια άγρια ηδονή, όταν σε πρωτοφίλαγα
Σαν να χτυπούσα πέναλτι, χωρίς τερματοφύλακα
Πήρα το πρώτο σου φιλί και πριν το επαναλάβω
Έκανα μόνος νοερά το γύρο του θριάμβου.





Οι αναμνήσεις

Οι αναμνήσεις οι παλιές
δε μπαίνουν σε τεφτέρια,
είναι στου νου τη σκοτεινιά
κρυμμένες σε λημέρια.

Σαν τους παράνομους κρυφά
κουρνιάζουν στο μυαλό μου,
κάθε που πέφτει η νυχτιά
κλέβουν το λογικό μου.

Ζωή σκληρή χέρια σκληρά
κρατούν το μερτικό μου
κ’ ένα χαμόγελο πικρό
σκιάζει τον ουρανό μου.

Στιγμές καλές και φωτεινές
που τώρα πια δε ζούνε,
στιγμές πικρές και δύσκολες
που σήμερα πονούνε.

Αλλοτινές μου θύμισες
γιατί με τριγυρνάτε,
με νύχια που μεγάλωσαν
καρδιές να γρατζουνάτε.

Οι αναμνήσεις οι παλιές
πονάνε σα θα ρθούνε.
Άστες στου νου την καταχνιά
να πάνε να χαθούνε… !





Όνειρα

Εγώ ξεκίνησα με όνειρα στα χέρια,
και άλλοι έπαιξαν μ αυτά χωρίς ν’ ακούν,
τη μελωδία που γεννούν τα δυο μου χέρια,
πάνω σε πλήκτρα πιάνου μόνα ξεψυχούν…

Εγώ ξεκίνησα με όνειρα στα πόδια,
κι άλλοι τα πάτησαν χωρίς ν’ ανησυχούν,
κι εκείνα μείνανε σαν το βαλαν στα πόδια,
σε ένα πάτωμα παρκέ να ξεψυχούν…

Κι αν τα ξεσκίσανε και τα ‘καναν κουρέλια,
και μπρος μου τ’ άφησαν με μίσος και με γέλια,
εγώ τα κράτησα ξανά μέσα στα χέρια,
σαν νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά...

Κι αν τα προδώσανε μ’ ένα φιλί στο στόμα,
και κάτω φτύσανε να μείνουνε στο χώμα,
εγώ τα σήκωσα και τα κρατάω ακόμα,
σα νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά…

Εγώ ξεκίνησα με όνειρα στα μάτια,
κι αυτά ποτέ κανείς δε μπόρεσε να δει,
μ’ αυτά πορεύομαι και χτίζοντας παλάτια,
η σκονισμένη μου ψυχή για να κρυφτεί…





Όνειρα φιλιά

Γνέθουν οι μοίρες τον ιστό μιας δολοπλόκας πλάνης,
γυμνή η καρδιά λικνίζεται στους ήχους μιας πλεκτάνης.
Απομεσήμερα πικρά και δειλινά της θλίψης,
να καρτεράς να αντισταθείς στα απόκρυφα της σήψης.

Αλλάζει η ρότα της ζωής, τα όνειρα ξεφτίζουν
μη σε τρομάζουν οι σκιές που γύρω τριγυρίζουν.
Γελάει o νους τις Κυριακές, τα Σάββατα όμως κλαίει,
δυο μοιρολόγια αδάκρυτα, του χωρισμού, να λέει.

Πάει καιρός που σε έχασα και ζω μες το σκοτάδι,
πάει καιρός και ξέχασα αγάπη τι θα πει,
αγάπη είναι αγάπη μου να θέλεις κάποιο βράδυ
δυο σώματα να σμίξουνε σε μια αναπνοή.

Πάει καιρός που μέτραγα τα αστέρια και ξεχνιόμουν,
πάει καιρός που γέλαγα σα να ’μουνα παιδί,
το γέλιο και το δάκρυ μου αγάπη με λυτρώνουν
και ζω μες της κραιπάλης τα μηδέν και τα γιατί.

Πάει καιρός αγάπη μου και ακόμα σε αγαπάω,
οι θύμησες φουντώνουνε σα φτάνει το πρωί,
πάει καιρός αγάπη μου μα πίσω δε γυρνάω,
η αγάπη είναι πόλεμος σκορπάει καταστροφή.

Μέσα στης πλάνης τα γιατί, έψαχνα την αγάπη,
είχα ανάγκη το φιλί μου χάρισες το δάκρυ.
Αφού έχεις χάρτινη καρδιά, τι μου ζητάς αλήθεια,
μια πινελιά στη ζωγραφιά, τέλος στα παραμύθια.

Φως οι ματιές του Φεγγαριού, αγιόκλημα μυρίζουν,
επτά χιλιάδες σε αγαπώ, στον τοίχο ζωγραφίζουν.
Τα θερισμένα όνειρα κανείς δεν τα πιστεύει,
μόνο τα όνειρα φιλιά, η ανάσα σου γυρεύει.





Πάνω απ' τα σύνορα

Πάνω απ’ τα σύνορα του κόσμου και της τάξης
κάτω απ’ τα ανήμερα σεντόνια της ντροπής
βρίσκω κανόνες κι ακανόνιστες εκφράσεις
βουλιάζω στα ρηχά νερά της εκτροπής.

Μετρώ τους σπόνδυλους και στις σπονδές τους λύνω
στην αποσύνθεση γυρεύω μουσική
κι αν απ' τα κύματα μουσκεύομαι για λίγο
κάθε σταγόνα τους τινάζω σα σκυλί.

Πίσω απ' τα βλέφαρα και πίσω κι απ τα μάτια
νευροτοξίνες μου τυφλώνουν τη γραμμή
που κάποιοι τράβηξαν και σπάσαν’ σε κομμάτια
διακεκομμένη γι όποιον θέλει να τη δει.

Μετρώ τα δάχτυλα με τ' άλλο δάχτυλο μου
να υπολογίσω αν έχει μέτρημα η κρυφή
μεριά που ανθίζει μέσα στο άγονο μυαλό μου
κι αν τη ποτίζουν της ανάγκης μου οι παλμοί.

Έξω απ' τα "σίγουρα" του ανθρώπου και της πλάσης
κρατώ το βάρος που έχει απελευθερωθεί
μα αν έχει πλάτη μου σημάδια κι αντιδράσεις
είναι απ' τα "σήμερα" που μου 'χουν φορτωθεί.

Κι έτσι μετρώ κάθε μου λέξη, κάθε ανάσα
στις αρρυθμίες ταλαντεύω τη ζωή
κι απ' το ρυθμό σας προσκαλώ στα μονοπάτια
που ούτε θνητός ούτε Θεός έχει διαβεί.





Σαν τα θυμάμαι ξαγρυπνώ

Τις λέξεις που ειπώθηκαν
και πήρε ο αγέρας,
σαν νότες που απλώθηκαν,
στις τρύπες μιας φλογέρας,
τις σκέψεις που χαθήκανε,
στου χρόνου την αντάρα,
δράκοι που στοιχειωθήκανε,
από βαριά κατάρα.

Σαν τα θυμάμαι ξαγρυπνώ,
πονάνε τη ψυχή μου,
μα να τα διώξω δεν μπορώ και με πληγές το τιμωρώ
το δόλιο το κορμί μου.

Τα όνειρα που στήθηκαν
κι είχαν χρυσά παλάτια,
σαν τους τυφλούς πλανήθηκαν,
σε λάθος μονοπάτια,

χαμόγελα που φώτιζαν
μ’ άστρα την ύπαρξή μου,
κρυφά με αιχμαλώτιζαν,
στη ρότα σου ζωή μου.

Σαν τα θυμάμαι ξαγρυπνώ,
πονάνε τη ψυχή μου,
μα να τα διώξω δεν μπορώ και με πληγές το τιμωρώ
το δόλιο το κορμί μου.





Σκόνη της αβύσσου

Κυλά στο αίμα σου η σκόνη της αβύσσου
και ταξιδεύεις με χιλιάδες παραισθήσεις,
ήσουνα ήλιος και όμως μάταια θα σβήσεις
καθώς θα ψάχνεις το κλειδί του παραδείσου.

Σαν μια παρένθεση θανάτου η ζωή σου
θα τελειώσει πριν ακόμα ξεκινήσεις,
δε θα μου πουν τι σε πονούσε στις ειδήσεις
κι οι δολοφόνοι θα δικάζουν την ψυχή σου.

Σαν μια παρένθεση θανάτου στις ειδήσεις
θα προσπεράσουν τη ζωή σου οι οθόνες,
κι αυτοί που φτιάχνουν με το θάνατο εικόνες
θα κομματιάζουν τις νεκρές μας συνειδήσεις.

Θα πέφτει νύχτα σαν και τώρα στην Ελλάδα
και θα φυσά άγριος άνεμος της Δύσης,
δε θα προλάβεις ν’ ανατείλεις κι όταν δύσεις
θα σε γκρεμίσουν στη χαράδρα του Καιάδα

Αυτοί που σ’ αρρωστήσανε στα τείχη που σε κλείσανε,
πολέμους εμπορεύονται, πουλάνε παραισθήσεις,
κι εσύ που ονειρεύεσαι, με το χτικιό παιδεύεσαι,
στο θάνατο πορεύεσαι και χάνεσαι πριν ζήσεις





Στοίχημα

Πολλές φορές σαν το παιδί
το παντελόνι μου τραβάς
για να σου δώσω σημασία.
Σ' αγγίζω δίχως να κοιτώ
ξεσπάς μες' το παράπονο
και με κοιτάζεις μ' απορία.

Πολλές φορές σαν το παιδί
αγάπης ψάχνεις αφορμή
γλυκό παράπονό μου.
Σ' αγγίζω δίχως να κοιτώ
δικάζω γη και ουρανό
μα πιο πολύ τον εαυτό μου...

Ας έβαζα ένα στοίχημα
κι ας έριχνα το ζάρι
τον κόσμο να 'χα απ' τη μια
κι εσένα από την άλλη
κι ας κέρδιζα το στοίχημα
κι όλα ας τα ξεχνούσα
κι εσένα μόνο να γελάς
για πάντα ας κοιτούσα...

Πολλές φορές σαν το παιδί
μα σαν τον πιο σκληρό κριτή
θα με κατηγορήσεις
παιδί μικρό μη με πονάς
γιατί σ' αυτά που με ρωτάς
δεν έχω απαντήσεις.

Πολλές φορές σαν το παιδί
αγάπης ψάχνεις αφορμή
γλυκό παράπονό μου.
Σ' αγγίζω δίχως να κοιτώ
δικάζω γη και ουρανό.
μα πιο πολύ τον εαυτό μου...

Ας έβαζα ένα στοίχημα
κι ας έριχνα το ζάρι
τον κόσμο να 'χα απ' τη μια
κι εσένα από την άλλη
κι ας κέρδιζα το στοίχημα
κι όλα ας τα ξεχνούσα
κι εσένα μόνο να γελάς
για πάντα ας κοιτούσα...






Το εισιτήριο

Κάποιο παράθυρο του τρένου μ’ έχει πάρει
και αλητεύω στην τροχιά του αποσπερίτη
στο χέρι τ’ άφιλτρο τσιγάρο μου φεγγάρι,
λαθρεπιβάτη εισιτήριο στη λήθη.

Κάποια λεπτά έξω από δω σαν εισιτήριο
μια ρουφηξιά που τη ζωή μου αποπληρώνει
σαν το φαντάρο που βαστά τ’ απολυτήριο
μα κάνει κρύο και αργεί, δεν ξημερώνει…

Κάποιο απόβραδο σε ράγες μ’ έχει δέσει
μα οργανώνω τη φυγή μου - στο περίπου-
τα μάτια κλείνουν στο τραγούδι που σ’ αρέσει
και κάνω πάλι του γιαλού σου τον περίπλου.






Το κόκκινο φουλάρι

Με φώναζαν μικρό ονειροπόλο
γιατί ήμουνα ανήσυχο παιδί
αντίθετα στο ρεύμα και στο νόμο
περνούσε η δική μου η ζωή.

Φορούσα ένα κόκκινο φουλάρι
δεμένο μ’ ένα κόμπο στο λαιμό
και φώναζα στους δρόμους με καμάρι
δεν ήμουν ούτε καν 18.

Πως πέρασαν στη σκέψη χαλινάρι
Πως άλλαξα κι εγώ με τον καιρό
και έγινε το κόκκινο φουλάρι
γραβάτα με πουκάμισο καρό.

Μου λέγανε πως θα ’ρθει μία μέρα
που όλα θα ’ναι διαφορετικά
και πίστευα σε λόγια του αέρα
μα όλα μέναν ίδια τελικά.





Το μπλουζ της αθέατης πλευράς

Όλοι εκείνοι πού μοντάρουν τις ζωές μας
Κόβουν τα πλάνα κάθε υπόγειας διαδρομής
Κι όσοι ποζάρουν γελαστοί τις Κυριακές μας
Κάπως μας μοιάζουν μα δεν είμαστε εμείς.

Όλοι εκείνοι πού ντουμπλάρουν τις φωνές μας
Με κούφια λόγια νανουρίζουν το καιρό
Κι οι ψίθυροι και οι κραυγές απ’ τις πληγές μας
Με την ηχώ τους ταξιδεύουν στο κενό.

Όλοι εκείνοι πού φιλμάρουν τα όνειρά μας
Νετάρουν μόνο σε μια ψεύτικη χαρά
Κι όλα αυτά πού σιγοκαίν τα σωθικά μας
Μένουν κρυμμένα στην αθέατη πλευρά.

Για λόγου τους ο κόσμος έχει πάψει να γυρίζει
Χαζεύουν μόνο ότι λάμπει στο δικό τους ουρανό
Ο ασφαλίτης τσιλιαδόρος τους αδιάφορα σφυρίζει
Κι η μαύρη αλήθεια μας εξόριστη σε τόπο σκοτεινό.

Ο βουλευτής αβανταδόρος τους ομόφωνα ψηφίζει
Κι η μαύρη αλήθεια μας εξόριστη σε τόπο σκοτεινό
Ο δικαστής κουμανταδόρος τους αδιάκοπα γαβγίζει
Μαύρη η αλήθεια μας κι εξόριστη σε τόπο σκοτεινό.





Στη συνέχεια μπορείτε να βρείτε τα 20 θέματα σαν συννημένο αρχείο word.

Προβολές/Αναγνώσεις: 4

Συνημμένα:

Οι απαντήσεις σε αυτή τη συζήτηση έχουν κλείσει.

google ads

Art amilla

Interview - Nikos Papakostas

Δημιουργήθηκε από τον/την amilla 6 Ιουλ 2010 at 0:27. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Νοέ 9, 2010.

h panagia nyxta Giannis Yfantis

Δημιουργήθηκε από τον/την Λάμπρος 23 Δεκ 2010 at 11:51. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Δεκ 23, 2010.

τοποθετήσεις

Δημιουργήθηκε από τον/την Λάμπρος 18 Ιουν 2010 at 17:03. Τελευταία ενημέρωση: Λάμπρος Νοέ 9, 2010.

© 2012   Created by amilla.

Διακριτικά  |  Αναφορά προβλήματος  |  Όροι χρήσης

Στατιστικά

free counters





var _gaq = _gaq || []; _gaq.push(['_setAccount', 'UA-15078337-1']); _gaq.push(['_trackPageview']); (function() { var ga = document.createElement('script'); ga.type = 'text/javascript'; ga.async = true; ga.src = ('https:' == document.location.protocol ? 'https://ssl' : 'http://www') + '.google-analytics.com/ga.js'; var s = document.getElementsByTagName('script')[0]; s.parentNode.insertBefore(ga, s); })();